Shedia

EN-US GR

30 November 2020 Το περιοδικό

Η πόλη που ξεχάσαμε

Ένας ιερωμένος μάς καλεί σε μια ζωή μαρτυρίας, ενώ εξηγεί γιατί η δικαιοσύνη δεν μπορεί ποτέ να είναι αφηρημένη, πώς διαφοροποιείται η χριστιανική ηθική από τον ευσεβισμό, γιατί η επιστήμη δεν συγκρούεται με τη θρησκεία, αλλά και γιατί η σύγχρονη βιοτεχνολογία διατυπώνει ένα αίτημα για αθανασία. 

 

Συνέντευξη του πατέρα Ευάγγελου Γκανά στον Σπύρο Ζωνάκη

«Ο χριστιανισμός δεν είναι ούτε εμβριθείς θεωρίες ούτε ένα εκλεπτυσμένο σύστημα ηθικής, αλλά μια κλήση σε μια ζωή όπου ο χριστιανός είναι πεπεισμένος ότι θα δει το πρόσωπο του Χριστού στο πρόσωπο του πάσχοντος και αναγκεμένου αδελφού», σημειώνει, μεταξύ άλλων ο πατέρας Ευάγγελος Γκανάς, που υπηρετεί ως εφημέριος στην ενορία του Οσίου Μελετίου Σεπολίων. Παράλληλα, έχει και αξιοσημείωτο συγγραφικό έργο. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία «Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2012), «Παράδοξος Βασιλιάς» (Άρτος Ζωής, 2016), «Ο λύχνος πάνω στη λυχνία» (εκδόσεις Πόλις, 2017).

Γιατί δυσκολεύεται να κοινωνηθεί το ευαγγελικό μήνυμα στις μέρες μας; Πώς διαφοροποιείται η χριστιανική ηθική τόσο από τον ηθικισμό όσο και από την αφηρημένη φιλευσπλαχνία; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις επιστήμης και θρησκείας; Ποια είναι η χριστιανική θεώρηση για τη βιοηθική, καθώς και για την ύπαρξη της οδύνης και του κακού στον κόσμο μας;

Απαντήσεις (και) σε όλα τα τούτα τα ερωτήματα μας δίνει ο πατέρας Ευάγγελος Γκανάς, στη συνέντευξή του «στη σχεδία». 

 

Θεωρείτε πως η εποχή μας συμβάλλει αρνητικά στην κατανόηση και βίωση του ευαγγελικού μηνύματος. Ποια είναι αυτά τα προσκόμματα στα οποία προσκρούει η χριστιανική μαρτυρία στην προσπάθειά της να κοινωνήσει το ευαγγελικό μήνυμα;

Ο μετανεωτερικός κόσμος μας είναι εκείνος του σχετικισμού, του καταναλωτικού ηδονισμού. Σε έναν τέτοιο σχετικιστικό κόσμο οι αξίες, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζεται, δεν χάνονται, απλώς γίνονται πολλές και εναλλακτικές, ένα είδος καταναλωτικού αγαθού. Έτσι, αν σε παλαιότερες εποχές το κήρυγμα του Ευαγγελίου εθεωρείτο φορέας αλήθειας, και ήταν ως εκ τούτου και θεμιτό και αποδεκτό, στις μέρες μας θεωρείται, όλο και από περισσότερους, επιβολή προσωπικών προτιμήσεων και πολιτισμικά προκαθορισμένων προκαταλήψεων, άρα, όχι μόνο αθέμιτο, αλλά και ηθικά προσβλητικό. Κατά συνέπεια, η αγχωτική και, εντέλει, ατελέσφορη αναζήτηση νοήματος εγκαταλείπεται προς χάριν μιας λύτρωσης του Εγώ μέσα στη λησμονιά που παρέχει η ατελεύτητη ροή των γεγονότων και των πραγμάτων.  Ένα άλλο πρόσκομμα νομίζω πως είναι η άγνοια. Ο χριστιανισμός δεν είναι τόσο κάτι που το έχουμε απορρίψει όσο κάτι που το έχουμε ξεχάσει, και αυτό στις τελευταίες γενιές γίνεται ακόμη πιο έντονο, είναι τελείως αναλφάβητες θρησκευτικά και θεολογικά. Επιπλέον, καθώς στον τόπο μας, στη θρησκευτική και εν μέρει στην πολιτική ζωή, υπήρχε έντονη η διάθεση της καταστολής, της απαγόρευσης, των εντολών, οι άνθρωποι μετά τη Μεταπολίτευση ήταν κορεσμένοι από ηθικισμό και επαναστάτησαν, με αποτέλεσμα ακόμη και στον χριστιανικό και θεολογικό λόγο η λέξη ηθική, που κουβαλούσε ένα αμαρτωλό και δυσβάστακτο παρελθόν, να είναι πια ανεπιθύμητη. Το ίδιο ανεπιθύμητο είναι να μιλάς για νόμο του Θεού, για εντολές του Θεού, όλα αυτά έβγαιναν από το λόγο των πιστών και των ιεροκηρύκων, με αποτέλεσμα η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του Θεού να μην έχει κανέναν αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο ζούμε, οδηγώντας και τους χριστιανούς σε μια ζωή σαν να μην υπάρχει Θεός, σε μια πλήρη  αναντιστοιχία ανάμεσα σε πεποιθήσεις και πρακτικές.

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ

Πώς διαφοροποιείται, όμως, η χριστιανική ηθική τόσο από τον «ρηχό και ασφυκτικό ηθικισμό του ευσεβισμού», που τονίζετε ότι κατακλύζει ακόμη και σήμερα την εκκλησιαστική ζωή, όσο και αυτά που αποκαλείτε «μεταμφιεσμένο ανθρωπισμό» και «αφηρημένη φιλευσπλαχνία»;

Νομίζω πως όποιος παίρνει στα σοβαρά το Ευαγγέλιο και το νόμο του Θεού πρωτίστως τον εσωτερικεύει και το κάνει οδηγητικό νήμα της δικής του ζωής, μέσα από την αγάπη, την ταπείνωση, τη θυσία, τη συγχώρηση, το έλεος. Αντίθετα, ο ηθικισμός έχει μια επιθετικότητα και έναν θυμό προς όσους δεν αποδέχονται το δικό μας θέλημα και τη δική μας νοοτροπία. Η διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου δεν είναι κάτι που ο Θεός επέβαλε στη δημιουργία βάσει κάποιου a priori  μεταφυσικού καθορισμού. Είναι κάτι που προέρχεται από την ελεύθερη δυνατότητα της δημιουργίας να μην πιστέψει και να μην ανταποκριθεί στο δημιουργικό κάλεσμα του Θεού. Η συνειδητοποίηση ότι η Εκκλησία είναι μια μειοψηφία δεν αποτελεί μια απαισιόδοξη στατιστική παρατήρηση, αλλά μια βαθιά θεολογική διαπίστωση και διάγνωση. Η Εκκλησία δεν μπορεί να απαιτήσει από τον κόσμο να επιδείξει την πίστη που αποτελεί το υπόβαθρο της υπακοής στο θέλημα του Θεού και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναμένει από τον κόσμο την ηθική διαγωγή που θα ήταν ο καρπός της πίστης αυτής. Με άλλα λόγια, το όραμα της Εκκλησίας για υπακοή στο θέλημα του Θεού δεν μπορεί να κριθεί από το κατά πόσον είναι δυνατό να το απαιτήσουμε από τον οποιονδήποτε. Οι χριστιανοί πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως κάθε φορά που αναγάγουν το ευαγγελικό μήνυμα σε κατηγορική προσταγή απαιτούν από τον κόσμο κάτι στο οποίο δεν μπορεί να ανταποκριθεί σύσσωμος, με επακόλουθο τη μετέπειτα δαιμονοποίησή του. Αντίθετα, πρέπει να αναδεικνύονται ως η εξαίρεση εκείνη που φωτίζει με άλλο φως τις αδυναμίες της κανονικότητας τους κόσμου και απεργάζεται την αλλαγή του. Η εφαρμογή του νόμου του Θεού είναι κάτι που γίνεται 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες το χρόνο, δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση. Ο χριστιανισμός δεν είναι ούτε εμβριθείς θεωρίες ούτε ένα εκλεπτυσμένο σύστημα ηθικής, αλλά μια κλήση σε μια ζωή όπου ο χριστιανός είναι πεπεισμένος ότι θα δει το πρόσωπο του Χριστού στο πρόσωπο του πάσχοντος και αναγκεμένου αδελφού, μια συνάντηση που δεν θα πάψει να προκύπτει μέχρι και τα έσχατα. Όλο και περισσότεροι χριστιανοί θεολόγοι στις μέρες μας ασκούν κριτική στην κυρίαρχη τάση να μιλούμε για δικαιοσύνη υπό όρους αφηρημένους. Η αφηρημένη αυτή συζήτηση περί δικαιοσύνης προϋποθέτει σιωπηρά ότι, κατά κάποιον μαγικό τρόπο, είναι δυνατή η εγκαθίδρυση μιας δίκαιης κοινωνικής τάξης δίχως οι άνθρωποι, οι οποίοι συνιστούν αυτήν την τάξη, να είναι οι ίδιοι δίκαιοι. Ένας τέτοιος οξυδερκής θεολόγος θα υποστηρίξει ότι «συνειδητοποιείς πως κάτι δεν πάει καλά όταν κάποιος χρησιμοποιεί τη φράση “κοινωνική δικαιοσύνη”. Τι είδους δικαιοσύνη δεν θα ήταν κοινωνική; Ο ίδιος ο όρος “κοινωνική δικαιοσύνη” αναπαράγει τον διαχωρισμό δημόσιο/ιδιωτικό, ο οποίος είναι χαρακτηριστικός για τη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη».

Η ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Πώς καταγράφεται, ωστόσο, το αίτημα της δικαιοσύνης στη χριστιανική και βιβλική παράδοση;

Διατρέχοντας την Αγία Γραφή, μπορεί κανείς να σταματήσει σε πάμπολλα χωρία που αναφέρονται στη σημασία και την ανάγκη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στη βιβλική παράδοση γίνεται φανερό πως η αναζήτηση της δικαιοσύνης δεν θα επιτευχθεί μέσω κάποιας πολιτικής ή οικονομικής επινόησης, αλλά μέσα από την απόφαση κάθε χριστιανού χωριστά, αλλά και της Εκκλησίας ως σώματος, να ακολουθήσει τον Χριστό σε μια ζωή μαθητείας στην πενία. Δεν μπορείς να μεταμορφώσεις τον κόσμο αν δεν έχεις μεταμορφώσει πρώτα τον εαυτό σου. Δεν απαξιώνω την πολιτική και τις επιτυχημένες προσπάθειες πολιτικών κινημάτων να δώσουν δικαιώματα σε ομάδες ανθρώπων που τα στερούνταν ή να οδηγήσουν στον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει η δυνατότητα της ουτοπίας μέσω της πολιτικής. Δηλαδή, δεν μπορεί η πολιτική να δημιουργήσει μια κοινωνία απόλυτης ισότητας, δικαιοσύνης, ευδαιμονίας. Η δικαιοσύνη για τους χριστιανούς δεν σηματοδοτεί τόσο την οριστική επίτευξη του αφηρημένου οράματος να αποδίδονται στον καθένα τα δέοντα, αλλά έχει ως τέλος, ως σκοπό, την πραγμάτωση της ανθρωπιάς μας, όπως αυτή σαρκώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού, την κατά χάριν Θεού κατάκτηση του κατ’ εικόνα, στο βαθμό που θα έχουμε δικαιωθεί, θα έχουμε γίνει δηλαδή φίλοι του Θεού. 

Τονίζετε πως η Εκκλησία οφείλει να αποτελεί μια «εναλλακτική πόλη» και μια «κοινότητα μαρτυρίας». Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να διέπουν αυτήν την πόλη;

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές δυνατότητες απάντησης της Εκκλησίας στην πρόκληση της σύγχρονης εποχής: τον ακτιβισμό, τη ζηλωτική επιλογή και τη μαρτυρία. Μια Εκκλησία με ακτιβιστικό πνεύμα εμφορείται από τη διάθεση να συμβάλει στη δημιουργία μιας καλύτερης κοινωνίας μάλλον, παρά να διαμορφώσει την κοινότητα των πιστών. Πιστεύει πως ο Θεός δοξάζεται μέσω του εξανθρωπισμού των κοινωνικών δομών και θεσμών. Όταν η Εκκλησία διακατέχεται από μια τέτοια ακτιβιστική-εκκοσμικευμένη διάθεση, είναι συνεχώς απασχολημένη με το να προσαρμόζεται στα θελήματα και τα κελεύσματα του κόσμου. Αντί να μεταμορφώνεται, όμως, ο κόσμος σύμφωνα με τη μαρτυρία της Εκκλησίας, μεταμορφώνεται η Εκκλησία σύμφωνα με τη μαρτυρία του κόσμου. Χωρίς να υποτιμώ καθόλου αυτό το έργο, η Εκκλησία δεν βλέπει απλά τις ρωγμές του κράτους πρόνοιας και προσπαθεί να τις καλύψει για να αποκτήσει λόγο ύπαρξης σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο.  Η υπέρβαση της σπάνης των αγαθών δεν λύνει το πρόβλημα του νοήματος της ζωής των ανθρώπων. Η ζηλωτική επιλογή, από την άλλη, συνιστά αντίδραση στον εκκλησιαστικό ακτιβισμό. Θεωρεί πως δεν υπάρχει κανενός είδους επιδιορθωτική παρέμβαση στις δομές της κοινωνίας που να μπορεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της ανθρώπινης μαρτυρίας. Γι’ αυτό και η ζηλωτική προοπτική αποβλέπει μόνο στην εσωτερική αλλαγή του ατόμου. Κάθε διάλογος με την κοινωνία και την ιστορία αποτελεί εγχείρημα που θεωρείται από περιττό έως επαίσχυντο, συμβιβασμός με το πνεύμα του κόσμου. Πρόκειται για μια στάση εσωτερικής ανασφάλειας, η οποία καταλήγει στην περιθωριοποίηση της κοινότητας των πιστών, στη μεταβολή της Εκκλησίας σε σέκτα.

Μια Εκκλησία της μαρτυρίας, όμως θεωρεί πως το κύριο καθήκον της έγκειται όχι μόνο στην προσωπική μεταμόρφωση ξεχωριστών ατόμων, ούτε τόσο στη μεταρρύθμιση της κοινωνίας, αλλά στην έμπρακτη απόφαση της εκκλησιαστικής σύναξης να λατρεύει τον Χριστό μέσα από κάθε ενέργεια του βίου της. Ο χριστιανός γίνεται μάρτυρας όχι με την άλωση του δημόσιου χώρου με τα όπλα της δημοκρατικής ρητορείας και τις δυνατότητες που του παρέχει το πολιτικό-νομικό σύστημα, αλλά ζώντας ως ζωντανό μυστήριο, δηλαδή ζώντας κατά τέτοιον τρόπο που η ζωή του να μην έχει κανένα νόημα αν ο Θεός δεν υπάρχει, αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί.

Πολύγωνο, Ορθόδοξη Αιθιοπική Εκκλησία. Φωτογραφία: Τάσος Βρεττός

 

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Επισημαίνετε πως τα περιθώρια να διατυπωθεί ένας λόγος περί βιοηθικής που να λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του τη χριστιανική παράδοση είναι μάλλον ασφυκτικά. Σε τι συνίσταται  ο κυρίαρχος βιοηθικός λόγος και ποια είναι η χριστιανική αντιπρόταση;

Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι τα εξής: Ποια είναι τα όρια της ανθρώπινης φύσης; Θα μπορούσε, άραγε, με τη βοήθεια της σύγχρονης βιοτεχνολογίας, να νικηθεί ακόμη και ο έσχατος εχθρός, ο θάνατος, ή έστω να παραταθεί η ανθρώπινη ζωή κατά πολύ περισσότερο από τα σημερινά της όρια; Πίσω από αυτά τα ερωτήματα, πίσω από το όραμα της δημιουργίας ενός μετα-ανθρώπου, υποκρύπτεται η αίσθηση πως η ανθρώπινη βιολογία γενικά και το ανθρώπινο σώμα που υπόκειται στους νόμους της γήρανσης και της θνητότητας ειδικότερα, αποτελούν το ριζικό κακό που πρέπει να υπερβούμε και όχι ένα αγαθό που πρέπει να διατηρηθεί. Στη φιλοδοξία της αυτή, η σύγχρονη βιοτεχνολογία ωθεί την κοινωνία να θυσιάσει κάθε άλλο αγαθό, της δημιουργίας και φροντίδας απογόνων συμπεριλαμβανομένης, στο βωμό της φρενήρους προσπάθειας να κρατήσει την παρούσα γενεά ζωντανή και λειτουργική. Θεωρώντας πως το όραμα της αθανασίας θα προσφέρει, επιτέλους, την αίσθηση της απόλυτης κυριαρχίας και του ελέγχου πάνω στη ζωή, αδυνατεί να παραδειγματιστεί από τους αρχαίους μύθους στους οποίους οι αθάνατοι ήρωες παρέμεναν υποκείμενοι μιας μοίρας που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Ο τρόπος που η σύγχρονη βιοηθική χειρίζεται τη ζωή, άλλοτε ως το ύψιστο αγαθό που πρέπει να διατηρηθεί με κάθε μέσο και άλλοτε ως μια κατάσταση ανάξια να βιωθεί, μια που αφαιρεί την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αποκαλύπτει την αδυναμία της να κατανοήσει τη σημασία της ανατροπής που επέφερε ο χριστιανισμός, βάζοντας την ανθρώπινη ζωή, όχι ως βιολογική επιβίωση, αλλά ως μετοχή στην Ανάσταση του Χριστού και στο θεϊκό σχέδιο για μια νέα Δημιουργία, στο κέντρο της ανθρώπινης προσοχής. Η βαθύτερη διάσταση του σύγχρονου αιτήματος για μια δυνητική αθανασία ή την κατά το δυνατόν και με οποιοδήποτε τίμημα επιμήκυνση της ανθρώπινης ζωής προϋποθέτει έναν κόσμο ατελεύτητου χρόνου, έναν κόσμο καταδικασμένο σε έναν σισύφειο, φρενιτικό ρυθμό που θα αναζητά μια τελειότητα που συνεχώς θα του διαφεύγει. Αυτό που δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν οι εκφραστές της επιθυμίας για ατελεύτητο χρόνο είναι πως η ύπαρξη αρχής και τέλους αποτελεί τον αναγκαίο όρο για να αποκτήσει η ζωή πεπερασμένων όντων, όπως ο άνθρωπος, νόημα, κατεύθυνση και σκοπό. Είναι ακριβώς η συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου γεγονότος του θανάτου που καθιστά κάθε γενιά ικανή να κατευθύνει την προσοχή και το ενδιαφέρον της στη γέννηση απογόνων και όχι στη θνητότητα, στη δημιουργία νέων ανθρώπων, που στη χριστιανική θεώρηση θυμίζει τη θεϊκή δημιουργία στο βαθμό που κατορθώνει να μιμηθεί την ανιδιοτέλειά της. Ο διαρκής πειρασμός είναι να επιχειρήσουμε μέσω της ιατρικής και της τεχνολογίας να εξαλείψουμε την οδύνη, αντί να καταστήσουμε την ιατρική τον τρόπο μέσω του οποίου αποκαλύπτουμε τη φροντίδα και μέριμνα ο ένας για τον άλλον κατά την ώρα της οδύνης. Γι’ αυτό και είναι τόσο σύνηθες, εν ονόματι της εξαλείψεως της οδύνης, στην πραγματικότητα, να εξαλείφουμε τον οδυνόμενο.

Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΔΙΚΙΑΣ

Αναφορικά με την οδύνη και τον πόνο, είναι διαδεδομένη η πεποίθηση ότι μας τα στέλνει ο Θεός, είτε για να μας τιμωρήσει είτε για να δοκιμάσει την πίστη μας. Ποια είναι η χριστιανική θεώρηση της οδύνης και του κακού;

Για τη χριστιανική παράδοση, το κακό ήταν ριζικά αναίτιο. Η χριστιανική οπτική δεν προσφέρει μια «εξήγηση του κακού». Εκπλήσσει, πραγματικά, η απουσία κάθε προσπάθειας να εξηγηθεί το κακό στην Καινή Διαθήκη. Οι πρώτοι χριστιανοί, όταν συναντούσαν το διωγμό ή την αρρώστια, ποτέ δεν ρωτούσαν: «Πώς το επέτρεψε αυτό ο Θεός;». Ομοίως, δεν έκαναν ερωτήσεις του είδους «Γιατί εγώ;». Για τους χριστιανούς το ερώτημα δεν ήταν γιατί, αλλά για πόσο. Η θεοδικία αποκαλύπτεται ως η μεταφυσική έκφραση της βαθιά εδραιωμένης προκατάληψης ότι η πίστη μας στον Θεό είναι παράλογη, αν δεν μας τοποθετεί αυτόματα στη νικήτρια πλευρά της ιστορίας. Αυτό εξηγεί την υπόθεση ότι η πίστη δοκιμάζεται, όταν κακά πράγματα συμβαίνουν σε καλούς ανθρώπους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η παγανιστική αξίωση ότι οι θεοί κρίνονται ανάλογα με τη συνεισφορά τους στις ανθρώπινες επιδιώξεις των πιστών τους υιοθετήθηκε από τον χριστιανισμό. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως ο χριστιανός οφείλει να θεωρεί ευπρόσδεκτη την οδύνη. Η οδύνη μπορεί πολύ συχνά να συντρίψει τους ανθρώπους, γι’ αυτό και δεν αποτελεί το καταλληλότερο σχολείο για τη διαμόρφωση χαρακτήρα. Αποτελεί, μάλλον, την κρίσιμη δοκιμασία, το κριτήριο, για τη φανέρωση του βαθύτερου χαρακτήρα κάθε ανθρώπου, πέρα από τις αυταπάτες που παρέχει πλουσιοπάροχα η αλληλοκατανόηση.

Κρίνετε τη χριστιανική παράδοση ως βαθύτατα αντιμεταφυσική. Δεν ακούγεται παράδοξο, δεδομένου ότι θρησκεία και μεταφυσική τα λογίζουμε ως αξεχώριστα;

Ο κόσμος πιστεύει ότι μεταφυσική είναι η πίστη στην άλλη ζωή. Μεταφυσική είναι η δυνατότητα μιας έλλογης σύλληψης του Θεού, η προσπάθεια δηλαδή να γνωρίσουμε τα του Θεού με την ακρίβεια που ένας χειρουργός και ανατόμος γνωρίζει το ανθρώπινο σώμα, διαμελίζοντάς το. Όταν λέω ότι ο χριστιανισμός είναι αντιμεταφυσικός, εννοώ ότι ο Θεός είναι ασύλληπτος, α-νόητος, υπέρλογος, υπερβαίνει κάθε δυνατότητα αντίληψης του ανθρώπινου νου. Ο Χάουερβας θεωρεί πως οι χριστιανοί υποκύπτουν συχνά στον πειρασμό να πουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν. Κατά τη γνώμη του, το πράττουν είτε επειδή φοβούνται πως κατά βάθος δεν πιστεύουν αυτά που ισχυρίζονται πως πιστεύουν είτε επειδή αυτό που πιστεύουν (ή, σωστότερα, αυτό που πράττουν) δεν μπορεί να εξηγηθεί ορθολογικά, αλλά μόνο να δειχθεί, να γίνει αντικείμενο μαρτυρίας. Όμως, και αυτό αποτελεί τη ριζική διαφορά του χριστιανισμού από κάθε μεταφυσικό σύστημα, ο άνθρωπος μπορεί να έχει συγκεκριμένες εμπειρίες του Θεού, όχι συναισθηματικής ή ψυχολογικής τάξης, αλλά εμπειρίες που αγγίζουν και σφραγίζουν το πετσί του ανθρώπου. Οι εμπειρίες, ωστόσο, αυτές είναι τέτοιας υφής, ώστε «αντιστέκονται» σε κάθε μορφή νοητικής κατανόησης ή λεκτικής έκφρασης.

Η ΝΕΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ

Στερεοτυπικά, θεωρούμε ότι οι σχέσεις θρησκείας και επιστήμης είναι εκείνες μιας διαρκούς σύγκρουσης. Τι πραγματικά ισχύει;

Σε αυτόν τον πόλεμο έμοιαζε να αντιπαρατίθενται από τη μια μεριά οι δυνάμεις του φωτός, δηλαδή η ανθρώπινη διάνοια, και από την άλλη οι δυνάμεις του σκότους. Στην πραγματικότητα, ουδέποτε συγκρούστηκαν θρησκεία και επιστήμη. Αυτοί που, άλλοτε και τώρα, συγκρούονται είναι άνθρωποι, οι οποίοι επικαλούνται τη θρησκεία ή την επιστήμη. Άνθρωποι οι οποίοι ισχυρίζονται πως τα δικά τους έσχατα ερωτήματα είναι τα μόνα ουσιαστικά και γι’ αυτό επιχειρούν να αλώσουν τον δημόσιο χώρο, κραδαίνοντας ως πολεμικά όπλα ιδέες και θεωρίες εμβαπτισμένες στην αλήθεια την οποία οι εκάστοτε φορείς τους επικαλούνται. Για τον γνώστη της ιστορίας των ιδεών, είναι σαφές πως η νεότερη φυσική επιστήμη μαθηματικοποιώντας τη φύση και αδιαφορώντας για ό,τι αποτελούσε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στην κοσμοεικόνα των αντιπάλων, δηλαδή την ποικιλομορφία  των αισθητών ιδιοτήτων, δεν κατανίκησε τον αριστοτελισμό και τη σχολαστική θεολογία, που κυριαρχούσαν μέχρι τότε, αλλά πρωτίστως τις παραμέρισε. Θέτοντας το πρόβλημα της μεθόδου στο κέντρο της προσοχής, υποσκέλισε το οντολογικό πρόβλημα. Ο Θεός και οι ενέργειές του μπορεί να φάνταζαν ακόμη άξιες θαυμασμού, αλλά στην πραγματικότητα, έμπαιναν στο περιθώριο, ως μη προσπελάσιμες από την ανθρώπινη εμπειρία και τις αισθήσεις. Η φύση ως αισθητηριακά προσπελάσιμη αποτελούσε τώρα τη νέα θεότητα που άξιζε το ολόθερμο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, η επιστήμη ανεπίγνωστα διολισθαίνει στη μεταφυσική. Γιατί ήδη οι επιμέρους επιστήμες, για να μπορέσουν να προχωρήσουν, είναι αναγκασμένες να διατυπώνουν υποθέσεις και έτσι να υπερβαίνουν τον κόσμο της εμπειρίας και των απτών γεγονότων. Στις μέρες μας, η επιστήμη, και συνακόλουθα η τεχνολογία, ενσαρκώνουν για την πλειονότητα των ανθρώπων το θαύμα, το μυστήριο, το κύρος. Η εικόνα περί Θεού την οποία καταρρίπτουν οι σύγχρονοι αθεϊστές μιλώντας εξ ονόματος της επιστήμης ανεβασμένοι στον δικό τους εκκοσμικευμένο άμβωνα αποτελεί μια καρικατούρα. Ο δημιουργός Θεός της βιβλικής αφήγησης δεν είναι κάποιος ουράνιος μηχανικός που εργάζεται σε ένα εξόχως ορθολογικό σχέδιο με σκοπό να εντυπωσιάσει την ανθρώπινη επιτροπή που είναι επιφορτισμένη με το έργο της έγκρισης της ερευνητικής του εργασίας, όπως έγραψε καυστικά ο Ίγκλετον. Ο Θεός της Βίβλου είναι ο καλλιτέχνης που δημιούργησε τον κόσμο χωρίς χρησιμοθηρικές βλέψεις, πολύ περισσότερο χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της αναγκαιότητας, απλώς από αγάπη και χαρά. Ο κόσμος θα μπορούσε και να μην υπάρχει. Γι’ αυτό και πρέπει να γίνεται αποδεκτός ως δώρο. Αυτό που γίνεται εμφανές στις μέρες μας είναι ένας φονταμενταλισμός, τον οποίο μοιράζονται εξίσου κάποιοι πιστοί με κάποιους αθεϊστές. Συγχέοντας την πίστη με τη γνώση, θυμίζουν τον νευρωτικό άνθρωπο που αδυνατεί να πιστέψει ότι τον αγαπούν, αλλά με παιδιάστικη εμμονή απαιτεί συνεχώς την αναντίλεκτη απόδειξη του γεγονότος. Οι σύγχρονοι με τον Ιησού Εβραίοι που αναζητούν σημείο για να πιστέψουν, οι φονταμενταλιστές που πασχίζουν να αποδείξουν πως Γένεση και κοσμολογία συμπίπτουν απολύτως και πως ο δημιουργισμός εξηγεί καλύτερα τη βιολογική εξέλιξη από τον δαρβινισμό, αλλά και οι Νέοι Αθεϊστές που αποδίδουν στον μονοθεϊσμό κάθε δεινό της ανθρωπότητας και στην επιστήμη την απελευθερωτική αύρα που αναζωογονεί τον κόσμο, όλοι εμφορούνται από την ίδια νευρωτική ανάγκη για απόλυτη τεκμηρίωση.

«Η Παναγία στο λιβάδι». Πίνακας του Ραφαήλ (1505-6).

 

Η ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Έχετε τονίσει πως η Εκκλησία δείχνει μεγαλύτερη έγνοια για τη συγκρότηση εθνικής ταυτότητας παρά θρησκευτικής. Πώς προέκυψε αυτή η αντιστροφή της εκκλησιαστικής αποστολής;

Η αλληλεξάρτηση κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα επέφερε τον υποβιβασμό της Εκκλησίας από φορέα νοήματος σε συστατικό ιδεολογίας, σε ένα από τα προσωπεία του ελληνικού κράτους. Στο βαθμό που αναδείχθηκε σε εκτελεστικό βραχίονα ή δεκανίκι των πολιτικών βλέψεων του νεοελληνικού κράτους, δεν μπόρεσε να σχηματίσει ανεξάρτητα από αυτό τη δική της ταυτότητα και εγκλωβίστηκε στο γνωστό ψυχολογικό κλίμα των φαντασιώσεων μεγαλείου που δρουν υπεραναπληρωτικά απέναντι στη φοβική αίσθηση ανεπάρκειας που γεννά η αδυσώπητη αρχή της πραγματικότητας. Η Εκκλησία δείχνει εγκλωβισμένη σε μια νοσταλγική αναπόληση αφενός του βυζαντινού πολιτισμού και αφετέρου του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, χωρίς να είναι σε θέση συχνά να καταλάβει ότι οι δυο αυτοί πολιτισμοί είναι ασύμβατοι. Συνεχίζει να επιστρατεύει τις όποιες δυνάμεις της στο έργο της διάσωσης του έθνους από τους κινδύνους που, μόνη αυτή πια, θεωρεί πως το επιβουλεύονται. Η Εκκλησία αδυνατεί να κατανοήσει τις πραγματικές απειλές: πως όσο θεωρεί τον εαυτό της δεκανίκι του κράτους απλώς ο ρόλος της θα συρρικνώνεται μέχρι εξαφανίσεως σε μια ραγδαίως εκκοσμικευόμενη κοινωνία.  Σήμερα, στον τόπο μας ζούμε εντός της ψευδαίσθησης πως επειδή είμαστε Έλληνες είμαστε και χριστιανοί. Η ορθοδοξία θεωρείται ένα παρακολούθημα του ελληνισμού. Όμως, ο νεοέλληνας χριστιανός δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως μαθητή του Χριστού. Δεν συνειδητοποιεί με ποιον τρόπο η ζωή, ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού δημιουργούν το πλαίσιο της ιστορίας και της δικής του ζωής. Η πρόσφατη ιστορία έδειξε, όχι μόνο στον ορθόδοξο κόσμο, αλλά και στον δυτικό, πως το έθνος αποδείχθηκε μια φοβερά δυνατή επινόηση των ανθρώπινων κοινοτήτων και έγινε για πάρα πολλούς ο Θεός στον οποίο ομνύουν και στον οποίο είναι διατεθειμένοι να δώσουν ακόμη και τη ζωή τους. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ο στρατιώτης που δίνει τη ζωή του στο Ιράκ αποκτά μια μνήμη στο συλλογικό φαντασιακό όπως κάποτε οι μάρτυρες της Εκκλησίας. Πρόκειται για ένα ασυνείδητο εκ μέρους των χριστιανών προσκύνημα σε άλλους Θεούς, και συγκεκριμένα στην εθνότητα.

Έχετε σημειώσει την έκλειψη της Βίβλου και της βιβλικής αφήγησης από τη νεοελληνική θεολογία και εκκλησιαστική ζωή. Πού αυτή οφείλεται και ποιο είναι το αποτύπωμά της;

Επειδή οι προτεστάντες μισιονάριοι του 18ου και του 19ου αιώνα ήταν με μια Βίβλο στο χέρι, θεωρήθηκε εντελώς ανακλαστικά και πολεμικά η Βίβλος ως πολεμική αιχμή των προτεσταντών. Τα διαδοχικά σχίσματα στο χώρο της χριστιανοσύνης είχαν ως μοιραία συνέπεια το διαμοιρασμό της μέχρι τότε κοινής πνευματικής περιουσίας. Οι ορθόδοξοι θα κληρονομήσουν τους έλληνες πατέρες, οι καθολικοί θα λάβουν ως μερίδιο τους Λατίνους πατέρες και οι προτεστάντες θα πάρουν τη Βίβλο. Στο νεωτερικό κήρυγμα, το βιβλικό κείμενο συνιστά συνήθως την προσχηματική αφορμή για την επιλογή ενός θέματος, το οποίο τις περισσότερες φορές άπτεται της ηθικής. Θέμα του κηρύγματος δεν είναι πια τα θαυμαστά έργα του Θεού για τον άνθρωπο, αλλά η αναφορά σε πάθη και αρετές, αποσυνδεδεμένες από τη βιβλική αφήγηση.  Στο πλαίσιο της προνεωτερικής εποχής, το ερώτημα κατά πόσον οι ιστορίες τις οποίες διηγείται η Βίβλος είναι αληθείς ή όχι δεν ετίθετο καν: απλούστατα ο κόσμος όπως τον αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι και όπως τον παρουσίαζε η Βίβλος ταυτίζονταν. Από τον 17ο αιώνα όμως και μετά, η βιβλική αφήγηση για τον κόσμο και τις ενέργειες του Θεού εντός του δίνει τη σκυτάλη στην απολογητική, η οποία επωμίζεται ένα καινοφανές καθήκον: να προσαρμόσει τη βιβλική αφήγηση μέσα σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, να την κάνει συμβατή με στοιχεία που προέρχονται από πηγές εξωτερικές ως προς τον κανόνα της Γραφής (ιστοριογραφία, φυσική επιστήμη, βιολογία). Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, η θεολογία αρχίζει να γίνεται όλο και περισσότερο ένα αφηρημένο σύστημα, αποτελούμενο από προτάσεις φιλοσοφικού ή ηθικού χαρακτήρα (π.χ. ο Θεός είναι αγάπη, η σωτηρία έρχεται διά μόνης της πίστεως, η διήγηση της Βίβλου και οι επιστημονικές ανακαλύψεις εναρμονίζονται), προτάσεις που θεωρούνταν πως συνιστούν μια γλώσσα κοινή σε πιστούς και απίστους εξίσου. Η θεολογία επιχειρούσε έτσι να ταιριάξει την περί Θεού αφήγηση στην εκάστοτε επικρατούσα κοσμική αφήγηση. Μια παράδοση, και η χριστιανική δεν αποτελεί ως προς τούτο εξαίρεση, αδυνατεί να επιβιώσει στο βαθμό που δεν είναι σε θέση να αφηγηθεί την ιστορία της κατά τρόπο συνεκτικό και αν δεν μπορεί να επιλύει τα νέα προβλήματα που αναδύονται στο διάβα των αιώνων ανατρέχοντας στις πηγές της δικής της αφήγησης, δίχως απώλεια της ταυτότητάς της. Η εκ νέου ανακάλυψη και υιοθέτηση της βιβλικής αφήγησης, κατά τρόπο δημιουργικά ανάλογο με αυτόν της πατερικής περιόδου, αποτελεί για την ελλαδική Εκκλησία όρο εκ των ων ουκ άνευ για τη γνησιότητα της μαρτυρίας της, αλλά και για την ίδια την ιστορική της επιβίωση.

Πολλοί άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από τη χριστιανική πίστη λόγω μιας αντίληψης ενός Θεού αυστηρού δικαστή που οδηγεί τους ενάρετους στον Παράδεισο και τους αμαρτωλούς στον αιώνιο κολασμό. Μήπως, όμως, μια τέτοια απεικόνιση του Θεού δεν είναι κάτι περισσότερο από ανθρωπομορφισμό;

 Ο τιμωρητικός Θεός είναι μια προβολή της δικής μας στάσης απέναντι στους ανθρώπους. Όταν εγώ ως χριστιανός δεν ανέχομαι την απιστία του άλλου, όταν θεωρώ ότι όποιος δεν πιστεύει στον Θεό είναι υπάνθρωπος, τότε δημιουργώ έναν Θεό καθ’ ομοίωσή μου, που είναι έτοιμος να κατακεραυνώσει οποιονδήποτε του αντιστέκεται. Η αιώνια ζωή στη Βασιλεία του Θεού είναι δώρο του Θεού, όχι κάτι που κερδίζουμε δικαιωματικά. 

Υπάρχει το στερεότυπο πως η βλοσυρότητα, η απουσία του γέλιου, είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν έναν χριστιανό. Κατά πόσον ισχύει κάτι τέτοιο;

Αντίθετα από απόψεις που θέλουν το γέλιο και το χιούμορ να είναι εγγενώς ασύμβατα με τη χριστιανική στάση, θεωρούμε πως η έλλειψή τους συνιστά την πιο συχνά παρατηρούμενη εκτροπή των χριστιανών: την αίσθηση ότι αποτελούν ένα λαό που οφείλει και μπορεί να έχει τον έλεγχο του κόσμου και της κοινωνίας. Σκεπτόμενοι, όμως, κατ’ αυτόν τον τρόπο, παίρνουμε τον εαυτό μας πιο σοβαρά από τον ίδιο τον Θεό. Το γέλιο, ακόμα κι αν φτάνει να φαίνεται σαρκαστικό, είναι η φυσική απόκριση στην ανθρώπινη αδυναμία να κατανοήσει τον κόσμο στην πολυπλοκότητα και την απειρότητα που τον χαρακτηρίζει, και, παρ’ όλ’ αυτά, συνιστά μια πράξη αποδοχής ενός τέτοιου κόσμου.

 


comments powered byDisqus