Shedia

EN GR

18 Φεβρουαρίου 2020 Το περιοδικό

Οι φωνές των ψυχών

Συνέντευξη του Ιωσήφ Βεντούρα στον Σπύρο Ζωνάκη

 

Ο τελευταίος Εβραίος άνδρας που γεννήθηκε στην Κρήτη ξαναζωντανεύει μια μακραίωνη παράδοση που χάθηκε στα νερά του Αιγαίου, εξηγεί πώς φέρει την ευθύνη να είναι ο μοναδικός συνεχιστής τούτης της κληρονομιάς, πώς αναψηλάφησε τα παιδικά του τραύματα, αλλά και γιατί η ποίηση συνιστά το δικό του δάκρυ.

«Η ιστορική εβραϊκή κοινότητα των Χανίων δεν υπάρχει πια. Ελάχιστοι Εβραίοι κατοικούν στην Κρήτη. Βρέθηκαν εκεί για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους και παρέμειναν στο νησί. Διατηρώ το θλιβερό προνόμιο να είμαι ο τελευταίος Εβραίος άντρας που γεννήθηκε στην Κρήτη. Πολλές φορές νιώθω ότι κάποια μοίρα με στράτευσε να μεσολαβήσω κραυγάζοντας την κραυγή τους, κλαίγοντας το δικό τους κλάμα», σημειώνει στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Ibbur. Οι Εβραίοι της Κρήτης 1900-1950» ο  γεννηθείς το 1938 συγγραφέας και ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας, που με αφορμή το τελευταίο του τούτο πόνημα μάς «επιβιβάζει» στα αμπάρια του πλοίου «Ταναΐς», που έμελλε να αποτελέσει «μια Κιβωτό του θανάτου» για ολόκληρη σχεδόν την εβραϊκή κοινότητα της Κρήτης, ενώ περιγράφει στη «σχεδία» τη μακραίωνη εβραϊκή παρουσία στη Μεγαλόνησο, ποια είναι τα σημερινά μνημονικά της ίχνη, πώς φέρει ο ίδιος την ευθύνη να είναι ο μόνος συνεχιστής τούτης της κληρονομιάς, τι τον έκανε να αναψηλαφήσει τα τραύματα της παιδικής του ηλικίας, αλλά και γιατί η ποίηση αποτελεί το δικό του δάκρυ μα συνάμα και λύτρωση.

 

Τι σας οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου για την ιστορία των Εβραίων της Κρήτης κατά την περίοδο 1900-1950 και γιατί επιλέξατε τη λέξη «Ibbur» στον τίτλο; 

Χρόνια τώρα μάζευα φωτογραφίες, οικογενειακές επιστολές και έγγραφα που είχαν  σχέση με την εβραϊκή κοινότητα της Κρήτης. Αργά αλλά σταθερά, σχημάτιζα ένα πολύτιμο για εμένα αρχείο, με την ελπίδα ότι τα εγγόνια μου θα ενδιαφέρονταν κάποτε γι’ αυτό και θα το μελετούσαν. Πολλοί φίλοι με συμβούλευαν να γράψω ένα βιβλίο για την οικογενειακή μας περιπέτεια στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη διάσωσή μας, όμως αρνιόμουν πεισματικά να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Τον Ιούλιο του 2016 γιορτάσαμε τη θρησκευτική ενηλικίωση των εγγονών μου στα Χανιά. Αν και ζουν στο εξωτερικό, θεώρησα ότι ήταν σκόπιμο αυτή να γίνει στα Χανιά, ως μια επιστροφή στις ρίζες της οικογένειας. Η τελετή στην ιστορική συναγωγή Etz Hayyim δημιούργησε μέσα μου μια συναισθηματική αναστάτωση. Αισθάνθηκα ότι ξαφνικά το ρολόι του χρόνου γύρισε πίσω στην προπολεμική εποχή, όταν οι παιδικές φωνές, οι ψαλμοί και εορτασμοί αναμειγνύονταν με τα χρώματα και τα αρώματα της γενέθλιας πόλης μου. Νόμισα για μια στιγμή πως ξαναζωνταντεύουμε εκεί, στην οδό Κονδυλάκη, την παράδοση αιώνων. Αισθάνθηκα ότι οι ψυχές τόσων και τόσων ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή με στοίχειωσαν. Πρόσωπα και φωνές ζωντάνεψαν και όλα με έσπρωχναν να καταγράψω τα οικογενειακά γεγονότα και, παράλληλα, να παρουσιάσω όποιες μαρτυρίες διαθέτω για μια εποχή χαμένη για πάντα, τα ακούσματα της οποίας, ωστόσο, κάνουν την καρδιά μου  να χτυπά γοργά. Και να που, ξαφνικά, άρχισα να κολυμπώ στο χρόνο ανάδρομα και να βλέπω εικόνες. Στον εβραϊκό μυστικισμό, η λέξη «Ibbur» σημαίνει εγκυμοσύνη και αναφέρεται στην προσωρινή μετανάστευση μιας πρόσθετης ψυχής στο σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου, ώστε να επιτελεστεί ένα έργο. Σαν, κατά κάποιον τρόπο, οι πεθαμένοι του πλοίου «Ταναΐς» να μπήκαν μέσα στο σώμα μου και να με καθοδήγησαν να γράψω αυτό το βιβλίο, σαν αυτό να είναι  η φωνή των χαμένων ανθρώπων που θέλει να πει τη δική της ιστορία. Γι’ αυτό και το ονόμασα «Ιbbur», εγκιβωτίζοντας την οικογενειακή μας περιπέτεια μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της ιστορίας της εβραϊκής κοινότητας των Χανίων και του τραγικού χαμού της. Προσπάθησα, παρόλο που δεν είμαι ιστορικός, να χειριστώ το θέμα μου όσο μπορούσα πιο επιστημονικά, παρουσιάζοντας μαρτυρίες οι οποίες, διασταυρούμενες, αναδεικνύουν την αλήθεια των όσων εξιστορούνται. 

Και όμως, επισημαίνετε πως για πολλά χρόνια είχατε ορθώσει ένα τείχος γύρω από την προσωπική σας ιστορία και την περιπέτεια του Ολοκαυτώματος. Για ποιο λόγο;

Είμαι ένα παιδί του πολέμου, που σημαίνει ότι βγήκα  από αυτόν με υποσυνείδητες τραυματικές εμπειρίες και επειδή ήμουν ένα άτομο ιδιαίτερα ευαίσθητο και συγκινησιακό, τα τραύματα αυτά επέδρασαν πάνω μου ψυχοσωματικά. Για παράδειγμα, όταν πήγαινα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στον κινηματογράφο κι έβλεπα στα επίκαιρα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αναλυόμουν σε κλάματα. Πολλές φορές άκουγα άθελά μου τις διηγήσεις των μεγάλων, των συγγενών μου που κάθονταν στη βεράντα του σπιτιού μας  στα Σεπόλια και διηγούνταν τις περιπέτειες που έζησαν στη διάρκεια της Κατοχής και τότε, ενώ δεν είχα κανένα πρόβλημα υγείας, πάθαινα σπασμούς, αισθανόμουν ένα περίεργο τρέμουλο να καταλαμβάνει το σώμα μου – ένα περίεργο και δυσάρεστο αίσθημα πανικού, που πολλές φορές επέστρεφε σε ανύποπτες στιγμές. Τότε έτρεχα στο κρεβάτι μου και προσπαθούσα να αναλύσω την αιτία που μου δημιουργούσε αυτό το συναίσθημα, προσπαθούσα δηλαδή να κάνω αυτοθεραπεία. Ήταν κάτι που δεν είχα ομολογήσει ούτε στους γονείς μου. Σιγά σιγά, λοιπόν, όρθωσα αυτό το τείχος που με προστάτευε συγκινησιακά και το οποίο το κρατάω ακόμη, ανοίγοντάς το κατά περίπτωση. Αρνιόμουν να ασχοληθώ με θέματα του Ολοκαυτώματος και, όταν άκουγα διηγήσεις, προσπαθούσα να αποστασιοποιηθώ από όλα αυτά. Ήθελα να μπλοκάρω τον συναισθηματισμό μου, καθώς  η μνήμη μού δημιουργούσε μια κατάσταση κατάθλιψης. Η αντιμετώπιση όλων των συγγενών μου στις δύσκολες στιγμές τους ήταν μια αντιμετώπιση ευθύνης και υποχρέωσης, το συναίσθημα και η αγάπη είχαν υποχωρήσει πάρα πολύ, ακριβώς με τον τρόπο που είχαν υποχωρήσει και οι μνήμες του Ολοκαυτώματος. Έτσι κι εγώ, αισθανόμουν πιο πολύ ευθύνη κι υποχρέωση. Δούλευα σαν ένα καλοκουρδισμένο εργαλείο που έπρεπε να προστατέψει τους συγγενείς μου από τον κίνδυνο που διέτρεχαν ή από το επικείμενο τέλος τους. 

Πώς, τελικά, δημιουργήσατε ρωγμές σε αυτό το τείχος, προχωρώντας στη συγγραφή της ποιητικής ελεγείας «Ταναΐς»;

Κάποια στιγμή προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90 –είχε μόλις εκδοθεί το δεύτερο βιβλίο μου η «Αριθμητική μιας ανάμνησης»– μία φίλη μου Εβραία και Κρητικιά από τη μητέρα της, η Λίλιαν Καπόν, μου λέει: «Εσύ που γράφεις τόσο όμορφα και αρχίζεις και εκτιμάσαι στο ευρύτερο λογοτεχνικό περιβάλλον γιατί δεν ασχολείσαι λιγάκι με τους Εβραίους της Κρήτης;». Της απάντησα: «Κοίταξε, είναι δύσκολο πράγμα για μένα ψυχολογικά και επώδυνο, διότι μου ζητάς να ανοίξω την πόρτα του τείχους που έχω βάλει ανάμεσα σε μένα και  σε εκείνα τα γεγονότα. Έπρεπε, δηλαδή να ξαναμπώ σε έναν παιδικό πόνο, κάτι που, ξαφνικά, αισθάνθηκα ότι είχα την υποχρέωση να κάνω. Έτσι, πήρα το αεροπλάνο και πήγα στα Χανιά, όπου και έκατσα μία εβδομάδα, πήγα στην παλιά συνοικία της πόλης, στην παλιά μας γειτονιά, στο σπίτι όπου γεννήθηκα, συνομίλησα με γείτονες, με ανθρώπους που ήξεραν την οικογένειά μου και άρχισα, σιγά σιγά, να βιώνω ξανά τα γεγονότα της εποχής και να γράφω αυτούς τους στίχους, όχι χωρίς πόνο. Ενώ ξεκίνησα να γράφω το «Ταναΐς» συνειδητά, υπήρχαν στίχοι που έβγαιναν αυτοματικά, λες και το χέρι μου το οδηγούσαν οι ψυχές των πεθαμένων. Ήταν μια έκφραση λυτρωτική για μένα, παρότι ήταν βασανιστική. Σαν τον πόνο της γέννας και το αίσθημα ανακούφισης που έχεις μετά, γιατί το ποίημα είναι ένα παιδί.  Πιστεύω ότι, όπως λέει και ο Βιτγκενστάιν: «Τα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας». Επομένως, η γνώση μας για τον κόσμο περιορίζεται μέσα στα όρια της γλώσσας, που είναι ένα σύνολο λέξεων που έχουμε εμείς ορίσει ή εφεύρει. Εάν, όμως, θέλουμε να πούμε κάτι το οποίο δεν ονοματίζεται διότι δεν έχει όνομα για να λεχθεί, τότε πρέπει να βρούμε έναν καινούριο τρόπο. Το ποίημα είναι σαν το δάκρυ, ξεχειλώνει τη γλώσσα και την ξεχειλώνει μέσα από τις σιωπές των λέξεων. Το συναίσθημα το άνοιξα όταν έγραψα τις δύο ελεγείες –γιατί όταν τελείωσα το «Ταναΐς», αισθάνθηκα ότι δεν είχα ολοκληρώσει και ήθελα να πω κι άλλα πράγματα, έτσι βγήκε και το «Κυκλώνιο» ως μία συνέχεια–, και το ξαναέκλεισα με την ολοκλήρωσή τους.

 

 

Αποτελούσε, γενικότερα, για σας η ποίηση ένα μέσο λύτρωσης, πριν ακόμη προκύψει το «Ταναΐς»;

Η ποίηση ήταν άμεσα συνδεδεμένη μαζί μου από πολύ μικρό παιδί. Στην Έκτη Δημοτικού εμφανίστηκε ως νέος δάσκαλος  στο σχολείο μου ο Χρήστος Κουλούρης. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν ο δάσκαλος χάρισε στη μητέρα μου ένα ποιητικό του βιβλίο, που μόλις είχε εκδώσει, την «Ιωλκό». Η μητέρα μου δεν ενδιαφερόταν για ποίηση, εγώ, όμως, όταν το πήρα στα χέρια μου, άρχισα να το διαβάζω και έμεινα κατάπληκτος, διότι τα ποιήματα του βιβλίου δεν ήταν σαν αυτά που μάθαινα στο σχολείο, ήταν μια λυρική γραφή με έντονα υπερρεαλιστικά στοιχεία, που με εντυπωσίαζε και με έλκυε, μολονότι μου ήταν τελείως άγνωστη. Θα έλεγα ότι ο Κουλούρης ήταν η αφορμή να συνειδητοποιήσω το ενδιαφέρον μου για την ποίηση. Έγραφα για να λυτρωθώ προτού αρχίσω να εκδίδω. Θυμάμαι τον εαυτό μου 22 χρονών στο Μάνστεστερ, όπου έγραψα ένα ολόκληρο κείμενο πεζό αλλά ποιητικό, γιατί ήθελα να λυτρώσω το συναίσθημά μου από κάποιες βαριές εικόνες που είχα εκεί. Ούτε επιδίωκα την αναγνώριση ούτε και ήθελα  να προβάλω τον εαυτό μου ποιητικά. Μάλιστα, φοβόμουν και να το κάνω γιατί λέω θα με περάσουν για τρελό. Είχα περάσει και στο Πολυτεχνείο που ήταν καθαρά ορθολογιστικό. Θα τους λέω εγώ μετά ότι γράφω ποίηση; Το πρώτο μου βιβλίο «Υγρός κύκλος», με το οποίο εμφανίστηκα στα ποιητικά δρώμενα, γράφτηκε διότι πιέστηκα να το γράψω και να το εκδώσω από μια φίλη μου ποιήτρια. Εγώ δεν ήθελα να δημοσιεύσω τίποτα, διότι ό,τι έγραφα το έγραφα για μένα και όχι για να το διαβάσουν οι άλλοι. Έλεγα ότι κάποια στιγμή μπορεί να δουν αυτά τα χειρόγραφα τα παιδιά και τα εγγόνια μου και να ανακαλύψουν πώς σκεφτόταν ο μπαμπάς ή ο παππούς τους. Αλλά ξέρετε, όταν βγάλεις το πρώτο σου βιβλίο, είναι σαν την πρώτη γέννα. Μετά θέλεις απλώς να ξαναγεννήσεις. Έτσι ακριβώς έγινε. 

Είχατε το βάρος της ευθύνης ή ακόμη και της ενοχής ότι είστε ο μοναδικός άρρεν Έλληνας Εβραίος της Κρήτης. Πώς βιώνετε αυτή τη μοναξιά;   

 

Υπάρχουν πράγματα που είναι συνειδητά και άλλα που είναι ασυνείδητα. Όταν γράφτηκε το «Ταναΐς», μία κριτικός, που δεν με γνώριζε κιόλας, η Αγγελική Κωσταβάρα, που, δυστυχώς, δεν ζει πια, είχε γράψει ένα μεγάλο δοκίμιο για αυτό το βιβλίο, στο οποίο επισήμανε ότι υπάρχει ένα αίσθημα όχι απλώς ευθύνης αλλά και ενοχής στον επιβιώσαντα και, επομένως, μου απέδιδε –και δεν είχε άδικο να το κάνει– την ενοχή του επιβιώσαντος, δηλαδή πως εγώ είμαι ο ευνοημένος της μοίρας και εξαιρέθηκα από τον κανόνα του θανάτου, που σάρωσε τους υπόλοιπους συνομηλίκους μου. Τόσο η ευθύνη όσο και η ενοχή επέδρασαν, φυσικά, συνειδητά και ασυνείδητα πάνω μου. Δεν μπορεί, όμως, κανείς να αναλύσει στον επιβιώσαντα την επίδραση που είχαν τα γεγονότα πάνω του, το υποσυνείδητο είναι μια άβυσσος.  Μου έκανε εντύπωση ότι σώθηκα κατά παρόμοιο τρόπο με τον Ιησού. Όταν ο Ιωσήφ μαθαίνει ότι θα κυνηγηθούν τα πρωτότοκα παιδιά των Εβραίων δεν λέει στους υπόλοιπους Εβραίους να κρυφτούν, παίρνει την οικογένειά του και φεύγει. Η δική μου οικογένεια, προειδοποιημένη, αποφεύγει την καταστροφή, αλλάζοντας τόπο διαμονής. Αυτή είναι μια ιδιαιτερότητα στη δική μου διάσωση και υπάρχει μια ενοχή εδώ πέρα, αλλά ποτέ δεν ρώτησα τον πατέρα μου αν το είπε ή όχι σε άλλους.

Αλήθεια πώς έγινε η δική σας φυγή από το νησί και πώς μπορεί να εξηγηθεί ο ολοκληρωτικός σχεδόν χαμός του εβραϊκού πληθυσμού της Κρήτης, παρά τις καλές σχέσεις που διατηρούσε με τους χριστιανούς συντοπίτες του;

Το 1942 –σύμφωνα με διήγηση του πατέρα μου– καθώς μια ημέρα περπατούσε στο δρόμο, συναντήθηκε με έναν φίλο του χριστιανό, που εργαζόταν στην Γκεστάπο. Αυτός, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, τον προέτρεψε να εγκαταλείψει το νησί, γιατί οι Γερμανοί ετοίμαζαν κάτι πολύ κακό για τους Εβραίους. Το δίλημμα για την οικογένεια ήταν μεγάλο. Από ό,τι ξέρω, έγινε μια διαμάχη ενδοοικογενειακή κατά πόσον αυτό έπρεπε να το πάρουμε σοβαρά. Ο πατέρας μου δεν ήταν κοσμοπολίτης, δεν ήξερε ξένες γλώσσες και τα ταξίδια του ήταν ελάχιστα. Η μητέρα μου, αντίθετα, είχε γαλλική μόρφωση, μιας και είχε αποφοιτήσει από τη σχολή καλογριών, ενώ παράλληλα είχε πτυχίο στο πιάνο από το Ωδείο. Τους ήταν αδιανόητο να σκεφτούν τη φυγή τους στη Μέση Ανατολή. Έτσι, το 1942 η τετραμελής οικογένειά μου επιβιβάστηκε σε ένα μικρό καΐκι που μετέφερε χαρούπια. Στο καΐκι αυτό, επιβιβάστηκε επίσης ο αδελφός του παππού μου, ο Βήτας, μαζί με την κοπέλα που τον υπηρετούσε, την Αθηνά Βαρβατάκη. Η Αθηνά επρόκειτο να παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Οι μοναδικές μου μνήμες από το ταξίδι αυτό ήταν η εμπειρία μου από τη γεύση του χαρουπιού, που για πρώτη φορά αντίκριζα, και επίσης η απογοήτευσή μου, όταν σε ένα νησί, όπου είχαμε σταματήσει, προσπαθούσα να πιάσω με τα χέρια μου τα ψάρια που έφταναν μέχρι την ακτή και έκλαιγα, γιατί δεν το κατάφερνα. Η φυγή μας από την Κρήτη αποδείχτηκε σωτήρια.  Όσον αφορά το χαμό των Εβραίων, δεν φταίει ο ντόπιος πληθυσμός για αυτόν, δεν θα τον άφηνε να γίνει. Μονάχα σε ορισμένες αμόρφωτες κοινωνικές τάξεις υπήρχαν τα στερεότυπα του Εβραίου τοκογλύφου με τη γαμψή μύτη ή η «κατηγορία του αίματος», ότι αν πας στην εβραϊκή συνοικία και είναι Πάσχα θα  βουτήξουν  τα παιδιά και θα τους πάρουν το αίμα για να κάνουν τα άζυμα. Κανείς Εβραίος δεν υποψιαζόταν την επερχόμενη καταστροφή. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Κρήτη, κατέγραψαν τον εβραϊκό πληθυσμό, έθεσαν κάποιους περιορισμούς για τα εβραϊκά καταστήματα, αλλά δεν έκαναν τίποτε άλλο. Κανείς δεν φανταζόταν τα σχέδια των Ναζί. Σύμφωνα με διηγήσεις της μητέρας μου, οι Γερμανοί στέκονταν έξω από το σπίτι μας για να την ακούσουν να παίζει πιάνο κα χειροκροτούσαν. Οι κάτοικοι της «Οβραϊκής», οι περισσότεροι της οποίας ήταν φτωχοί –μικροπωλητές, τεχνίτες, βαρκάρηδες–  πίστευαν ότι οι άριστες σχέσεις τους με την ευρύτερη χριστιανική κοινωνία ήταν εγγύηση και ότι δεν θα κινδύνευαν από τους κατακτητές. Τους έπιασαν του Εβραίους, κυριολεκτικά, στον ύπνο. Ήταν μια έκπληξη όχι μονάχα για τους ίδιους, αλλά και για τον χριστιανικό πληθυσμό. Στις 21 Μαΐου 1944, πριν ακόμη χαράξει, η Γκεστάπο περικύκλωσε τα εβραϊκά σπίτια και συνέλαβε σχεδόν όλους τους Χανιώτες Εβραίους. Οι δύστυχοι για έντεκα ημέρες έζησαν με κακουχίες και εξευτελισμούς στις φυλακές της Αγυιάς και κατόπιν στο φρούριο Μακάσι, όπου τους μετέφεραν οι Ναζί. Στις 8 Ιουνίου, τους επιβίβασαν και τους έκλεισαν στα αμπάρια της ολέθριας Κιβωτού του θανάτου που έφερε το όνομα «Ταναΐς» και η οποία έμελλε να αποτελέσει το ομαδικό τους φέρετρο στον υγρό τους τάφο. Στα αμπάρια του πλοίου, οι Ναζί έκλεισαν επίσης μια ομάδα αντιστασιακών χριστιανών, καθώς και ιταλούς αντιφασίστες. Το πλοίο τορπιλίστηκε από το βρετανικό υποβρύχιο «Vivid» βορειοανατολικά του Ηρακλείου.

Όταν κρυβόσασταν στην  κατοχική Αθήνα, είχατε ως παιδάκι την επίγνωση του κινδύνου, του κατατρεγμού;

 Δεν μπορώ να αναφέρω χρονολογίες, όμως στο παιδικό μου μυαλό έμειναν χαραγμένες οι πορείες μας στον Κάλαμο και στη Λιάτανη, για να κρυφτούμε με τους κομμουνιστές της Αντίστασης, η συνάντηση με τις αδελφές του πατέρα μου και έπειτα η επιστροφή μας πάλι στην Αθήνα, όπου, ενώ ήμασταν κρυμμένοι σε ένα σπίτι στου Ζωγράφου, παρακολουθώ τους γονείς μου να τσακώνονται. Ακολουθεί η διαφυγή μας από εκεί, μετά την απειλή δωσίλογων να μας καταδώσουν στους Γερμανούς και της εξασφάλιση της σιωπής τους με χρυσές λίρες, που κουβαλούσε πάνω του ο πατέρας μου. Στο παιδικό μου μυαλό αποτυπώθηκαν σκηνές βίας και τρόμου. Αποτυπώθηκαν, όμως, και οι τσακωμοί των γονιών μου, οι οποίοι με πανικοβάλλανε. Δεν γνώριζα τους ακριβείς λόγους της διαφωνίας τους, όμως ήταν συνδεδεμένοι με τις επιλογές τους για τη σωτηρία μας. Οι τσακωμοί αυτοί ήταν ένας πρόσθετος λόγος να τραυματίζομαι ψυχολογικά και, παρόλο που ήμουν μικρός, προσπαθούσα να δημιουργήσω άμυνες, για να αντεπεξέλθω στο φόβο και την ανασφάλεια που μου προκαλούσαν. Για να έχουμε τρόπο επιβίωσης, οι γονείς μου αποφάσισαν να χωριστούμε. Εγώ κρύφτηκα σε μια μονοκατοικία στην Εκάλη μαζί με την Αθηνά Βαρβατάκη, η οποία με παρουσίαζε ως νόθο παιδί της. Το σπίτι συνόρευε με ένα γερμανικό στρατόπεδο. Είχα ένα αίσθημα, αν μπορώ να το ανακαλέσω, μιας μόνιμης απειλής, που δεν καταλάβαινα, όμως, σε τι ακριβώς συνίστατο. Θυμάμαι το παράπονό μου που δεν μου επέτρεπαν να μπαίνω τσίτσιδος στο συντριβάνι του σπιτιού, όπως τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας Πετρόχειλου, στην οποία ανήκε η μονοκατοικία – δεν γνώριζα τότε ότι η περιτομή μου μπορούσε να αποδειχθεί θανατηφόρα, μιας και οι Γερμανοί ήταν δίπλα μας. Όταν αισθάνεσαι μια απειλή, αμέσως το επόμενό σου βήμα είναι η επιβίωση, το πώς θα προφυλαχθείς. Θυμάμαι τον εαυτό μου σε εκκλησία, να κάνω το σταυρό μου, αν και ήξερα ότι δεν ήμουν χριστιανός.  Είχα μάθει να κάνω το σταυρό μου και να ψελλίζω χριστιανικές προσευχές. Δεν έκανα ερωτήσεις για το πού είναι οι γονείς μου. Δεν είναι περίεργο αυτό; Ήμουν προσκολλημένος στην Αθηνά, που τη θεωρούσα πλέον μάνα μου, και απαιτούσα πριν κοιμηθώ να με φιλήσει και να με διαβεβαιώσει ότι με αγαπά. «Αθηνά, μου φέρνεις ένα ποτήρι;» φώναζα και, μόλις το έφερνε, τη ρωτούσα «Αθηνά, μ’ αγαπάς;». Ακόμη και μετά τον πόλεμο, παρέμεινε αυτό το αίσθημα του απειλούμενου ατόμου. Είχα ένα μόνιμο αίσθημα απειλής, φοβόμουν ότι μπορούν να με δηλητηριάσουν. Όταν μου έδιναν νερό, το έχυνα, ξέπλενα το ποτήρι και το ξαναγέμιζα χωρίς να λογαριάσω ότι μου το είχε δώσει η γιαγιά μου ή η μητέρα μου. 

Αναφέρεστε στην Αθηνά με πολλή νοσταλγία και τρυφερότητα. Στάθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σας για σας μία μητρική φιγούρα;

Ε, βέβαια. Της Αθηνάς το λιγότερο που μπορώ να της αποδώσω είναι το «παραμάνα». Είμαι βαθιά επηρεασμένος από τη σκέψη και τη μνήμη της. Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και τώρα, όταν μιλούσα για αυτήν, με έπιαναν τα κλάματα. Η Αθηνά ενώ ήταν, ουσιαστικά, αναλφάβητη,  είχε μια φυσική σοφία. Ήμουν προσκολλημένος σε εκείνη για πάρα πολύ καιρό μετά την επανασύνδεση της οικογένειας. Πίστευα ότι μου λένε ψέματα, ότι η Αθηνά είναι η φυσική μου μητέρα και ο γονείς μου με είχαν υιοθετήσει.  Άλλωστε η Αθηνά, που δεν είχε η ίδια παιδιά, με είχε σαν παιδί  της –με θεωρούσε παιδί της μέχρι το τέλος της–, με κανάκευε, με παρηγορούσε, με φρόντιζε. Αυτή, στην ουσία, με ανέθρεψε, γιατί η μητέρα μου έκανε μαθήματα πιάνου από το πρωί ώς το βράδυ για να επιβιώσουμε. Της συμπαραστάθηκα κι εγώ μέχρι το τέλος της ζωής της, το οποίο δεν ήταν τόσο καλό, γιατί, δυστυχώς, ατόνησε το οπτικό της νεύρο και τα τελευταία της χρόνια ήταν σχεδόν τυφλή. Εμφανίζοντάς με στη Κατοχή ως νόθο παιδί της, έπαιρνε έναν διπλό κίνδυνο. Αφενός μεν για την ίδια της ζωή και, αφετέρου, με την έκθεσή της στην κοινωνία. Τότε η παρθενία ήταν τεράστιο ταμπού. Χώρια του ότι ήρθε μαζί μας σε όλο αυτό το ταξίδι, ενώ θα μπορούσε να μείνει στο χωριό της, τον Κουρνά. Τα χωριά ήταν παράδεισος επί Κατοχής, όλο και μια ελιά ή μια κότα είχες να φας. Οι άλλοι δεν είχαν τίποτε. 

 

Ποια ήταν η τύχη των εβραϊκών περιουσιών στην Κρήτη μετά τον πόλεμο και ποια είναι τα μνημονικά ίχνη σήμερα στο νησί μιας εβραϊκής παρουσίας, που, όπως σημειώνετε, κρατά από την αρχαιότητα; 

Πράγματι, Εβραίοι ζούσαν στην Κρήτη από αρχαιοτάτων χρόνων. Το 142 π.Χ., μετά από αίτηση του Συμεών του Χασμοναίου, η ρωμαϊκή γερουσία στέλνει προς την κρητική πόλη Γόρτυνα εγκύκλιο υπέρ των Εβραίων. Αυτή η εγκύκλιος αποδεικνύει την ύπαρξη εβραϊκών κοινοτήτων στο νησί. Εγώ προσωπικά δεν είμαι αυτόπτης μάρτυρας, ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγιναν καταπατήσεις εβραϊκών περιουσιών. Στη Νέα Χώρα των Χανίων, στο κατεστραμμένο από τους Ναζί εβραϊκό νεκροταφείο, πρόσφυγες μετά τον πόλεμο έκτιζαν αυθαίρετα σπίτια. Εν συνεχεία έγιναν διαπραγματεύσεις με το Κ.Ι.Σ. για την ιδιοκτησία του, αλλά πρακτικά δωρήθηκε. Μετά την καταπάτηση έγινε ένας συμβιβασμός σε ένα κόστος εξευτελιστικό, το οποίο και δεν πληρώθηκε ποτέ. Ένα μικρό οικόπεδο, όπου ήταν το εβραϊκό νεκροταφείο, δωρήθηκε από το Κ.Ι.Σ.  για να γίνει το 6ο Δημοτικό Σχολείο Χανίων, με την προϋπόθεση να ανεγερθεί μια πλάκα και πρόσφατα, στις 27 Ιανουαρίου, στο πλαίσιο της Ημέρας Μνήμης Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, ο ιερέας της ενορίας σηκώθηκε   και είπε ότι είναι υποχρέωσή μας να κάνουμε ένα μνημείο εδώ και να μνημονεύσουμε το χαμό των Εβραίων, αλλά και τη δωρεά στην οποία βασίστηκε το σχολείο. Οι δε μαθητές έστησαν μια ολόκληρη παράσταση-ντοκιμαντέρ για τη ζωή μιας πανέμορφης εβραιοπούλας που πέθανε το 1942 από φυσικό θάνατο, της Σουλτάνας Σαλφατή και της οποίας ο τάφος είχε διασωθεί.  Στο Ηράκλειο, το εβραϊκό νεκροταφείο είχε καταπατηθεί από τον αθλητικό όμιλο ΟΦΗ και είχε μετατραπεί σε γήπεδο. Επιχειρήθηκαν δικαστικές ενέργειες, αλλά τελικά επήλθε συμβιβασμός, ενώ στο Ρέθυμνο είχε μείνει ερειπωμένη η συναγωγή και το νεκροταφείο είχε καταπατηθεί από ιδιωτικό εργοστάσιο πλακιδίων. Πρακτικά, το μοναδικό μνημονικό ίχνος της εβραϊκής παρουσίας στο νησί είναι η συναγωγή Etz Hayyim στην παλιά εβραϊκή συνοικία των Χανίων, ένα κτίριο που κτίστηκε τον 15ο αιώνα, υπέστη καταστροφές και μετά τον πόλεμο, αφού παρέμεινε για μεγάλο διάστημα σε άθλια κατάσταση, αναστηλώθηκε με τη φροντίδα του Νίκου Σταυρουλάκη το 1999. Η αναστήλωση δημιούργησε θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Ενώ πολλοί έβλεπαν ότι η συναγωγή αποτελούσε ένα πολιτιστικό μνημείο συνδεδεμένο με την ιστορία της πόλης και προσέθετε ένα νέο σημείο έλξης του τουριστικού ενδιαφέροντος για τον τόπο, άλλοι ωρύονταν ότι οι Εβραίοι προσπαθούν να κατακτήσουν το νησί και προέβαιναν σε αντισημιτικές δημοσιεύσεις. Η συναγωγή Etz Hayyim αποτελεί σήμερα έναν τόπο λατρείας, μνήμης, μουσείου και συνάντησης των θρησκειών. Πολλοί επισκέπτες της νιώθουν να μαγνητίζονται, λες και οι φωνές των αδικοχαμένων Κρητικών Εβραίων τούς καλούν να παραμείνουν κοντά της. Εθελοντές όλων των δογμάτων συνεργάζονται για τη διατήρηση του κτιρίου και την οργάνωση εκδηλώσεων, που συνάδουν με την ιερότητα αυτού του μνημείου. 

 

 


comments powered byDisqus

Αρχειο

Κατηγοριες