Shedia

EN GR

10 Αυγούστου 2020 Το περιοδικό

Η αλισίβα και το ασβεστοκάμινο

Ο κ. Ιάκωβος από την Αμοργό μάς ταξιδεύει στην αγροτική ζωή του Αιγαίου αλλοτινών εποχών, μα και στην Αθήνα των μονοκατοικιών και των σκληρών χειρωνακτικών εργασιών.

 

«Θα πάρω τον ανήφορο και το πικρό σκοτάδι/και θα βρεθώ ξημέρωμα στην Αμοργό, στη Γιάλη/και καλημέρα θε να πω στη Γιάλη, στη Λαγκάδα/στον όρμο και στον ποταμό, στα όμορφα Θολάρια».

Με το μικρό αυτό τετράστιχο, ένα χειροποίητο παστέλι και ένα ποτηράκι ψημένη ρακή, μας υποδέχτηκε στο σπίτι του ο κύριος Ιάκωβος ή Γιακουμής (για τους φίλους) Γαβαλάς, που γεννήθηκε στο χωριό Λαγκάδα της Αμοργού το 1932. 

«Από οκτώ χρονών βοηθούσα τους δικούς μου στα χωράφια, γι’ αυτό και τελείωσα μόνο το δημοτικό. Σηκωνόμουν το χάραμα, όταν οι γονείς μου πήγαιναν στις ελιές, και μάζευα φύλλα από τις συκιές για να ταΐσω τις κατσίκες μας. Μετά τη δουλειά πήγαινα στο σχολείο και μόλις τελείωνε το μάθημα επέστρεφα στο χωράφι, όπου πάντα είχε κάτι να φάω. Καλοκαιρινές διακοπές για μένα σήμαιναν δουλειά. Ξυπνούσα νωρίς το πρωί και διένυα με τα πόδια μια απόσταση δύο ωρών, για να ποτίσω  τις δυο αγελάδες που είχαμε. Το μεσημέρι γυρνούσα στο σπίτι, για να πάρω ό,τι φαγητό είχε ετοιμάσει η μητέρα μου και να το πάω στον πατέρα στο χωράφι. Εκεί, η δουλειά συνεχιζόταν, έβγαζα πέτρες, έκοβα αγκάθια. Όταν έφτανε το μεσημέρι, τρώγαμε και πέφταμε για ύπνο κάτω από μια ελιά. Ξυπνούσαμε, συνεχίζαμε τη δουλειά και γυρίζαμε στο σπίτι το βράδυ», μας διηγείται.  

«Μικρός πήγαινα σε ένα καφενείο στο χωριό για να περάσει η ώρα μου. Έτρωγα λουκούμια και χάζευα τον κόσμο. Ένα βράδυ με πέτυχε ο πατέρας μου στο δρόμο και με ρώτησε αν βλέπω κανένα άλλο παιδί της ηλικίας μου εκεί τέτοια ώρα. Θυμάμαι να του απαντώ ότι “τα παιδιά της ηλικίας μου έπαιζαν την ώρα που εμείς ήμασταν στα χωράφια”», συνεχίζει.

«Κρέας τρώγαμε σπάνια. Ευτυχώς, είχαμε ζώα και δεν χρειάστηκε ποτέ να αγοράσουμε. Γύρω στο Νοέμβριο, ο πατέρας έφτιαχνε παστό χοιρινό και το διατηρούσε σε ένα κιούπι. Τα Σάββατα, πολλές φορές, έβγαζε ένα κομμάτι για το κυριακάτικο τραπέζι. Το πιο σύνηθες πιάτο, βέβαια, ήταν τα ρεβίθια. Τα έκανε η μητέρα μου με τη στάχτη. Τα έβραζε με αλισίβα κι ύστερα τα έπλενε και έφευγε το φλούδι. Την καραμέλα δεν την ξέραμε. Την τρώγαμε μόνο όταν έστελνε δέμα ένας μακρινός θείος από την Αθήνα. Μεγαλώνοντας ασχολήθηκα με τα χωράφια και τα ζώα μας. Πριν πάω φαντάρος, δούλεψα και σε ασβεστοκάμινο, εκεί δηλαδή που φτιαχνόταν ο ασβέστης πριν βιομηχανοποιηθεί η κατασκευή του. Είχα δουλέψει και στα μεταλλεία βωξίτη του νησιού. Επικίνδυνη δουλειά, γιατί δεν είχαν ανοιχτεί όπως έπρεπε και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσουν», μας λέει ο κ. Ιάκωβος.

«Από το νησί έφυγα σε ηλικία 28 ετών. Ήρθα στην Αθήνα το 1960 για να αλλάξει η ζωή μου. Ερχόντουσαν στο νησί νέοι από την πρωτεύουσα και φορούσαν καθαρά παντελόνια, ενώ τα δικά μου ήταν γεμάτα μπαλώματα. Τότε, όταν πέθαινε κάποιος, τσακωνόμασταν ποιος θα πάρει τα ρούχα του. Μεγάλη φτώχεια. Θα είχα φύγει νωρίτερα, αλλά έπρεπε να αποκαταστήσω την αδερφή μου, να μαζέψω χρήματα για την προίκα της. Είχα ήδη δύο αδέρφια στην Αθήνα και έμεινα μαζί τους σε ένα δωμάτιο στην Καστέλα. Ήταν σε μια αυλή, που υπήρχαν άλλα δύο δωμάτια και ένα κοινό μπάνιο. Θύμιζε πολύ τα σπίτια στις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Τα αδέρφια μου είχαν ντύσει τους τοίχους με χάρτες και εφημερίδες για να μην πέφτουν οι σοβάδες. Είχε και κοριούς. Αν τότε μας έλεγαν ότι θα βρεθούμε όλοι με μια δουλειά και σπίτι, θα μας φαινόταν όνειρο. 

Δούλευα ασταμάτητα. Έφτιαχνα λάσπη και κουβάλαγα πέτρες ως εργάτης στο δρόμο,   ενώ ξεφόρτωνα και κατεψυγμένα ψάρια από τα καράβια που ερχόντουσαν στον Πειραιά. Τις Κυριακές έπαιρνα ένα κλαδευτήρι και ένα ψαλίδι και κλάδευα δέντρα στην περιοχή. Καθόμουν μόνο Πάσχα και Χριστούγεννα. Πήγαινα με την παρέα μου για πατσά στην αγορά του Πειραιά και βλέπαμε με τις ώρες ταινίες στο σινεμά “Αλκαζάρ”. Υπήρχε και ένα καφενείο στην Αδριανού, στην Πλάκα, όπου κάθε Σάββατο και Κυριακή πρωί μπορούσες να συναντήσεις ανθρώπους από τον τόπο μας. Εκεί έβρισκες και τους παραγγελιοδόχους που έφερναν δέματα από το νησί», θυμάται.

«Το 1963 παντρεύτηκα την Αντωνία και αποκτήσαμε δυο παιδιά. Δεν ήθελα πολλά παιδιά. Μπορεί τα πολλά παιδιά να είνα ευτυχία, αλλά έχει σημασία πώς μεγαλώνουν. Εμείς ήμασταν μεν πολλά αδέρφια, αλλά μεγαλώσαμε με ένα ποτήρι φασκόμηλο και ένα παξιμάδι για πρωινό και παίρναμε μαζί μας λίγα σύκα, για να τη... βγάλουμε μέχρι το μεσημέρι που θα γυρνούσαμε σπίτι για φαγητό. Όταν ζούσαν οι γονείς μου, επισκεπτόμουν το νησί σε κάθε ευκαιρία. Βέβαια, τότε το ταξίδι διαρκούσε πάνω από 20 ώρες, ενώ το καράβι δεν έδενε στο λιμάνι. Αν έπιανε αέρας στο λιμάνι της Αιγιάλης, έπρεπε να συντονιστεί το ανέβασμα της βάρκας με το κατέβασμα του καραβιού για να μπορέσουμε να πηδήξουμε», λέει με ένα χαμόγελο που μαρτυρά συγκίνηση. 

 

Αμοργιανό παστέλι

Υλικά

1 κιλό μέλι 

900 γραμ. σουσάμι

Λίγο κύμινο ολόκληρο (προαιρετικά)

Κρασί γλυκό

Φύλλα λεμονιάς

 

Βάζουμε το μέλι στην κατσαρόλα σε μέτρια θερμοκρασία. Μόλις πάει να αφρίσει, ρίχνουμε το σουσάμι και αρχίζουμε να ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα. Όταν ροδίσει το σουσάμι και έχει απορροφήσει το μέλι, το βάζουμε σε ξύλινη επιφάνεια, την οποία έχουμε βρέξει με κρασί. Με έναν ξύλινο πλάστη, που τον βρέχουμε συνεχώς με κρασί για να μην κολλάει το σουσάμι, απλώνουμε το μείγμα. Πασπαλίζουμε με κύμινο και αφήνουμε το παστέλι να φτάσει σε μέτρια θερμοκρασία. Αν το κόψουμε όταν είναι ζεστό, θα διαλύεται, ενώ αν κρυώσει πολύ δεν θα μπορούμε να το κόψουμε. Με έναν πήχη κόβουμε πρώτα κάθετες λωρίδες και μετά διαγώνιες. Βγάζουμε ένα ένα τα κομμάτια και τα τοποθετούμε στα φύλλα της λεμονιάς, τα  οποία κόβουμε γύρω γύρω με ένα ψαλίδι.


comments powered byDisqus

Αρχειο

Κατηγοριες