Shedia

EN GR

30 Απριλίου 2020 Το περιοδικό

«Χωρίς αυτόν γρανάζι δεν γυρνά»

του Σπύρου Ζωνάκη

Ο υγιής συνδικαλισμός αποτελεί σημαντικό εργαλείο μείωσης των ανισοτήτων, θωρακίζει το σεβασμό για τον άνθρωπο, αλλά και την κοινωνική αρμονία, έστω και μέσα από συγκρούσεις.

Μάρτιος 2015, δύο οικονομολόγοι του ΔΝΤ, οι Φλοράνς Ζομότ (Florence Jaumotte) και Καρολίνα Οζόριο Μπιτρόν (Carolina Osorio Buitron), παρουσιάζουν μία μελέτη που θα προκαλέσει αίσθηση και της οποίας τα συμπεράσματα ελάχιστοι θα περίμεναν να εξαχθούν από τεχνοκράτες του ναού του νεοφιλελευθερισμού. Συγκεκριμένα, αποκάλυψαν «την ύπαρξη μιας σχέσης ανάμεσα στην πτώση του ποσοστού του συνδικαλίζεσθαι και την αύξηση του μεριδίου των εισοδημάτων που αντιστοιχεί στους πιο πλούσιους στις αναπτυγμένες χώρες κατά την περίοδο 1980-2010».

Πώς εξηγείται αυτή η σχέση; «Μειώνοντας την επιρροή των εργαζομένων στις αποφάσεις των εταιρειών», η αποδυνάμωση των συνδικάτων επέτρεψε να «αυξηθεί το μερίδιο των εισοδημάτων που αποτελείται από τις αμοιβές των υψηλόβαθμων στελεχών και των μετόχων». Σύμφωνα με τις οικονομολόγους του ΔΝΤ, «περίπου οι μισές» από τις ανισότητες τις οποίες οι νεοφιλελεύθεροι παραδοσιακά προτιμούν να αποδίδουν σε απρόσωπα αίτια (παγκοσμιοποίηση, νέες τεχνολογίες) οφείλεται στην παρακμή των οργανώσεων των εργαζομένων. «Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει κάτι τέτοιο», σημειώνει στη «σχεδία» ο Πατρίς Λαρός (Patrice Laroche), καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Λορραίνης. «Σε μακροοικονομικό επίπεδο, το ποσοστό του συνδικαλίζεσθαι συσχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με τις εισοδηματικές ανισότητες σε κάθε χώρα. Δεν είναι τυχαίο που τα σκανδιναβικά κράτη, όπου τα ποσοστά συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων είναι τα πιο υψηλά μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ (Φινλανδία 74%, Σουηδία 70%, Δανία 67%), παρουσιάζουν τα χαμηλότερα επίπεδα εισοδηματικού χάσματος παγκοσμίως. Από την άλλη, μεταξύ του 1983 και του 2012, στις ΗΠΑ, όπου το ποσοστό συνδικαλιστικής οργάνωσης έπεσε από το 20,3% στο 11,3%, οι πιο ευκατάστατοι είδαν το μερίδιο του πλούτου τους να αυξάνεται κατά οκτώ μονάδες», τονίζει ο κ. Λαρός.

ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΟΦΕΛΗ

Αντιστοίχως, το πώς η χαμηλότερη συμμετοχή στα εργατικά συνδικάτα συνεπάγεται χαμηλότερους μισθούς για όλους αποκαλύπτει έρευνα του Economic Policy Institute στις ΗΠΑ, που διεξήχθη το 2016.

«Από 34%, το 1979, το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζομένων στον αμερικανικό ιδιωτικό τομέα έχει συρρικνωθεί, πλέον, στο 10%. Αν, όμως, αυτό παρέμενε στα επίπεδα της δεκαετίας του ’70, οι μη συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι χωρίς σχολικό απολυτήριο θα κέρδιζαν 9% περισσότερα χρήματα, ενώ όσοι απασχολούμενοι δεν διαθέτουν πανεπιστημιακό δίπλωμα θα έβλεπαν τις εβδομαδιαίες απολαβές τους υψηλότερες κατά 8%», επισημαίνει στη «σχεδία» ο επικεφαλής της έρευνας κ. Τζέικ Ρόζενφελντ (Jake Rosenfeld), o οποίος εξηγεί γιατί η ανάληψη συνδικαλιστικής δράσης σε μια επιχείρηση ωφελούσε τους «αδρανείς» συναδέλφους τους που απασχολούνταν σε μια άλλη εταιρεία. «Ακόμη και σε μία επιχείρηση όπου οι εργαζόμενοι δεν είχαν συνδικαλιστική εκπροσώπηση και δεν είχε υπογραφεί επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, οι ίδιοι οι εργοδότες αύξαναν το μισθό, ώστε να αποτρέψουν τη φυγή των εργατών τους προς εταιρείες όπου τα συνδικάτα είχαν διασφαλίσει καλύτερες απολαβές».

Μπορεί στις ΗΠΑ η συνδικαλιστική συμμετοχή των εργαζομένων να έχει συρρικνωθεί, αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση, δεν σημαίνει ότι τα συνδικάτα έχουν καταθέσει τα όπλα. Χαρακτηριστικότερο όλων το παράδειγμα του κινήματος «Αγωνιστείτε για 15 δολάρια» («Fight for $15»), το οποίο ξεκίνησε το 2012  από μερικές δεκάδες εργαζομένων σε αλυσίδες ταχυφαγίας, οι οποίοι κατέβηκαν σε απεργία, διεκδικώντας ωρομίσθιο ύψους 15 δολαρίων (12,53 ευρώ), δηλαδή υπερδιπλασιασμό του ομοσπονδιακού κατώτατου ωρομισθίου (που φθάνει τα 7,25 δολάρια – 6,11 ευρώ), καθώς και το δικαίωμα στον συνδικαλισμό. Το κίνημα επεκτάθηκε σε 340 πόλεις, αγκαλιάζοντας και άλλους κλάδους (όπως μπέιμπι σίτερ, οικιακές βοηθούς, εργαζόμενους σε βενζινάδικα), οδηγώντας έξι πολιτείες (Καλιφόρνια, Νιου Τζέρσεϊ, Πενσυλβάνια, Μέριλαντ, Μασαχουσέτη και Νέα Υόρκη) και δεκαέξι πόλεις (όπως Σιάτλ, Σαν Φρανσίσκο, Λος Άντζελες) να θεσμοθετήσουν κατώτατο ωρομίσθιο ύψους 15 δολαρίων. Στην πολιτεία της Νέα Υόρκης, ενδεικτικά, αυτό αφορά από την 1η Ιανουαρίου του 2019 τους απασχολούμενους σε καταστήματα φαστ φουντ, επεκτεινόμενο το 2022 στο σύνολο των εργαζομένων. H «σχεδία» συνομίλησε με τον Νίκολας Άλεν (Nicolas Allen), στέλεχος του μαχητικού συνδικάτου SEUI, υπου πήρε την πρωτοβουλία για την οργάνωση τούτου του ξεχωριστού κινήματος. 

«Στην αρχή θεωρούσαν το αίτημά μας εξαιρετικά φιλόδοξο, μας περνούσαν για Δον Κιχώτες.  Εκείνη τη μέρα του 2012, 150 εργαζόμενοι σχημάτισαν απεργιακές ομάδες περιφρούρησης στα καταστήματα φαστ  φουντ, όπου απασχολούνταν, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι οι κινητοποιήσεις θα εξαπλώνονταν σαν χιονοστιβάδα σε όλη τη χώρα. Θυμάμαι που μετά από εκείνη την πρώτη απεργία, μία από τις συμμετέχουσες,  όταν προσήλθε στο κατάστημα ταχυφαγίας στο Μπρούκλιν όπου δούλευε, της ανακοινώθηκε η απόλυσή της. Ύστερα από μία ώρα, ήμασταν  εκατοντάδες εκείνοι που εισβάλαμε στο εστιατόριο και ειδοποιήσαμε τον μάνατζερ ότι δεν θα φεύγαμε αν δεν ξαναπροσλαμβανόταν η κοπέλα, κάτι που και έγινε. Εκείνος τηλεφώνησε άμεσα στον εργοδότη του, που, αντιλαμβανόμενος  τη σοβαρότητα της κατάστασης, τον προειδοποίησε: “Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνεις. Το μαγαζί πρέπει να ξαναλειτουργήσει, αλλιώς  χάνουμε 5.000 δολάρια τη μέρα”», σημειώνει ο κ. Άλεν.

ΣΚΑΝΔΙΚΑΒΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ

Πώς μπορεί, ωστόσο, να εξηγηθεί το σουηδικό «θαύμα» αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις, όπου το 90% των εργαζομένων καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και με τους πραγματικούς μισθούς να αυξάνονται κατά 60% μεταξύ 1995 και 2016; Στα πολύ ισχυρά συνδικάτα, τα οποία διαθέτουν, μάλιστα, παρουσία σχεδόν κάθε επιχείρηση της χώρας. Εκτός από το δημόσιο ταμείο, το Alfa, κάθε συνδικάτο έχει ένα δικό του ταμείο ανεργίας, το οποίο χρηματοδοτείται από τις εισφορές των εργαζομένων. Από την άλλη, πέρα από ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι συνδικαλιστικοί φορείς παρέχουν στα μέλη τους νομική συνδρομή σε ζητήματα εργασιακών σχέσεων, συμβουλές για το πώς πρέπει να διεξάγονται οι  διαπραγματεύσεις που στοχεύουν στην αύξηση του μισθού, ακόμη κι εκπαιδευτικά σεμινάρια στο αντικείμενο εργασίας τους. Είναι, δε, εντυπωσιακό ότι η μεγαλύτερη ένωση εκπαίδευσης ενηλίκων της χώρας είναι η ABF, στην οποία μετέχουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας και η οποία προσφέρει δωρεάν «κύκλους μάθησης» σε κάθε ενδιαφερόμενο εργαζόμενο. Τα μαθήματα καλύπτουν μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων: από εργατικό δίκαιο, υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους εργασίας μέχρι αντιμετώπιση του άγχους. Στόχος τους; Να καταδειχθεί ότι ο συνδικαλισμός και η συμμετοχή στα συνδικαλιστικά όργανα δεν αποτελούν μια εργαλειακή πρακτική αποκομμένη από τον κοινωνικό χαρακτήρα της αποστολής του, αλλά μια συνειδητή πολιτική πράξη.

Τον τίτλο, όμως, της παγκόσμιας πρωταθλήτριας των συνδικαλιστικών κατακτήσεων διεκδικεί και η Ουρουγουάη, όπου τα εργατικά συνδικάτα ήδη από τις αρχές του 2000, πρωτοστατώντας στις κινητοποιήσεις ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού και του συστήματος υγείας, άνοιξαν το δρόμο στην εκλογική επικράτηση του «Διευρυμένου Μετώπου» του (πρόσφατα αποβιώσαντος) Χοσέ Μουχίκα. Κάτω (και) από την πίεση της πανεθνικής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας (PIT-CNT), υιοθετήθηκαν πάνω από πενήντα φιλεργατικοί νόμοι που θεσμοθετούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τη συνδικαλιστική ελευθερία, το δικαίωμα στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους, την πάταξη της μαύρης εργασίας. Χαρακτηριστικά, οι οικιακές βοηθοί, που ξεπερνούν τις 120.000 (και που εργάζονταν χωρίς καμία ασφάλιση), με το νόμο 18065 του 2006 απέκτησαν τα ίδια δικαιώματα με όλους τους άλλους εργαζόμενους, με τη λατινοαμερικάνικη χώρα να είναι η πρώτη στον κόσμο που το 2012 επικύρωσε τη Σύμβαση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για τα δικαιώματά τους. Το 2009, μάλιστα, επαναθεμελιώθηκε, ύστερα από τέσσερις δεκαετίες αναστολής λειτουργίας, το τριμερές σχήμα συλλογικών διαπραγματεύσεων (κράτος – συνδικάτα- εργοδότες), το οποίο, μέσω των «Μισθολογικών Συμβουλίων», καθορίζει τον (υποχρεωτικό) κατώτατο μισθό ανά κλάδο. Ύστερα από πέντε γύρους διαπραγματεύσεων, μεταξύ 2004 και 2013, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν στον δημόσιο τομέα κατά 50,5% και στον ιδιωτικό κατά 40,2%. Διόλου δυσεξήγητο, λοιπόν, που ο αριθμός των εγγεγραμμένων μελών στα συνδικάτα, από το 2003 έως το 2015, τετραπλασιάστηκε, φθάνοντας τα 400.000 (από 110.000), σε έναν ενεργό πληθυσμό που δεν υπερβαίνει το ενάμισι εκατομμύριο.

Είναι περίπου 100.000 σε όλη την Ισπανία, συνήθως μεταξύ 45 και 55 χρόνων, με το ένα τρίτο να είναι μετανάστριες, από το Μαγκρέμπ, την Πολωνία, τη Βουλγαρία. Καθαρίζουν τα δωμάτια των ξενοδοχείων για δυόμισι ευρώ το δωμάτιο, ανεξαρτήτως των αστεριών που το κοσμούν. Ενώ δουλεύουν τουλάχιστον οκτώ ώρες την ημέρα, πληρώνονται για τετράωρο, ενώ η πλειοψηφία εργάζεται για λογαριασμό εταιρειών υπεργολαβίας, στερούμενες, με αυτόν τον τρόπο, και τα πλέον θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα. Υποφέρουν, δε, συχνότατα από τενοντίτιδα, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, οσφυϊκούς πόνους και αποτελούν την αθέατη όψη της ισπανικής τουριστικής βιομηχανίας. To 2014, ήρθε η ώρα να βγουν από τη σκιά. Δύο καθαρίστριες, η Μαρία Άντζελες και η Ευλαλία Κοραλέρο, δημιουργούν μια σελίδα στο facebook με τίτλο «Las Kellys» (που σημαίνει «αυτές που καθαρίζουν τα ξενοδοχεία»). Η πρωτοβουλία αυτή θα γιγαντωθεί, με πάνω από δυο χιλιάδες γυναίκες να συμμετέχουν στις ακτιβιστικές δράσεις των «Las Kellys», που περιλαμβάνουν ακόμη κι αποκλεισμούς ξενοδοχείων πολυτελείας, με ομάδες περιφρούρησης να στέκονται στην είσοδό τους. Ένα τολμηρό συνδικαλιστικό εγχείρημα, που άρχισε ήδη να αποδίδει τους πρώτους του καρπούς:  Το Φεβρουάριο του 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλωνίας όχι μόνο έβγαλε παράνομη την απόλυση μιας καθαρίστριας, αλλά και γενικότερα το καθεστώς της υπεργολαβίας, ενώ στο ισπανικό κοινοβούλιο ξεκίνησε συζήτηση με στόχο την ψήφιση «του νόμου Kellys». Στο τραπέζι έχει τεθεί η απαγόρευση καταφυγής σε υπεργολαβίες από τις επιχειρήσεις, όταν πρόκειται για τον σκληρό πυρήνα των δραστηριοτήτων τους, μισθολογικές αυξήσεις, το δικαίωμα των καθαριστριών σε πρόωρη συνταξιοδότηση, αλλά και η αναγνώριση και άλλων ασθενειών που συνδέονται με την εργασία τους, πέρα από το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα. Επιπλέον, το κίνημα των «Las Kellys» πέτυχε (μετά τη δικαστική καταδίκη της αλυσίδας ξενοδοχείων «Barceló» στην Τενερίφη) οι καθαρίστριες να ενταχθούν στη συλλογική σύμβαση εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλλήλων των Καναρίων Νήσων. Είναι περίπου 100.000 σε όλη την Ισπανία, συνήθως μεταξύ 45 και 55 χρόνων, με το ένα τρίτο να είναι μετανάστριες, από το Μαγκρέμπ, την Πολωνία, τη Βουλγαρία. Καθαρίζουν τα δωμάτια των ξενοδοχείων για δυόμισι ευρώ το δωμάτιο, ανεξαρτήτως των αστεριών που το κοσμούν. Ενώ δουλεύουν τουλάχιστον οκτώ ώρες την ημέρα, πληρώνονται για τετράωρο, ενώ η πλειοψηφία εργάζεται για λογαριασμό εταιρειών υπεργολαβίας, στερούμενες, με αυτόν τον τρόπο, και τα πλέον θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα. Υποφέρουν, δε, συχνότατα από τενοντίτιδα, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, οσφυϊκούς πόνους και αποτελούν την αθέατη όψη της ισπανικής τουριστικής βιομηχανίας. To 2014, ήρθε η ώρα να βγουν από τη σκιά. Δύο καθαρίστριες, η Μαρία Άντζελες και η Ευλαλία Κοραλέρο, δημιουργούν μια σελίδα στο facebook με τίτλο «Las Kellys» (που σημαίνει «αυτές που καθαρίζουν τα ξενοδοχεία»). Η πρωτοβουλία αυτή θα γιγαντωθεί, με πάνω από δυο χιλιάδες γυναίκες να συμμετέχουν στις ακτιβιστικές δράσεις των «Las Kellys», που περιλαμβάνουν ακόμη κι αποκλεισμούς ξενοδοχείων πολυτελείας, με ομάδες περιφρούρησης να στέκονται στην είσοδό τους. Ένα τολμηρό συνδικαλιστικό εγχείρημα, που άρχισε ήδη να αποδίδει τους πρώτους του καρπούς:  Το Φεβρουάριο του 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλωνίας όχι μόνο έβγαλε παράνομη την απόλυση μιας καθαρίστριας, αλλά και γενικότερα το καθεστώς της υπεργολαβίας, ενώ στο ισπανικό κοινοβούλιο ξεκίνησε συζήτηση με στόχο την ψήφιση «του νόμου Kellys». Στο τραπέζι έχει τεθεί η απαγόρευση καταφυγής σε υπεργολαβίες από τις επιχειρήσεις, όταν πρόκειται για τον σκληρό πυρήνα των δραστηριοτήτων τους, μισθολογικές αυξήσεις, το δικαίωμα των καθαριστριών σε πρόωρη συνταξιοδότηση, αλλά και η αναγνώριση και άλλων ασθενειών που συνδέονται με την εργασία τους, πέρα από το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα. Επιπλέον, το κίνημα των «Las Kellys» πέτυχε (μετά τη δικαστική καταδίκη της αλυσίδας ξενοδοχείων «Barceló» στην Τενερίφη) οι καθαρίστριες να ενταχθούν στη συλλογική σύμβαση εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλλήλων των Καναρίων Νήσων. 

Tη συρρίκνωση της «συνδικαλιστικοποίησης» και τη χαμηλή αποτελεσματικότητα του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος «φωτίζει», από την πλευρά του, ο δρ.  Γιώργος Μπιθυμήτρης, εντεταλμένος ερευνητής Κοινωνικής Πολιτικής στο ΕΚΚΕ.

«Οι τάσεις συμπίεσης του βαθμού συμμετοχής των εργαζομένων αφορά συνολικότερα το ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα. Στη χώρα μας, το ποσοστό μελών συνδικάτων επί του εργατικού δυναμικού δεν ξεπερνά πια το 20-25%. Τα δημοσκοπικά ευρήματα, όμως, μάς δείχνουν ένα παράδοξο. Το 2010, το 65% στις τάξεις των συνδικαλισμένων δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στα συνδικάτα, ενώ, ταυτόχρονα, το ποσοστό που τα θεωρεί απαραίτητα φθάνει το 77%».  Πού, εντοπίζεται, όμως, η κρίση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος;

«Ήδη από τη δεκαετία του’ 90, τα συνδικάτα σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο συμπορεύονταν με τις εργοδοτικές οργανώσεις, υιοθετούσαν μια κοινή ατζέντα, διαφοροποιούμενα μόνο σε επίπεδο ρητορικής. Σε συνδυασμό με τις απώλειες αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων τα τελευταία 15 χρόνια, η μείωση της επεκτασιμότητας των Συλλογικών Συμβάσεων (η κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις στην Ελλάδα αγγίζει πια μόλις το 10%) υποδηλώνει την αδυναμία των συνδικάτων να προστατέψουν οικονομικά το σύνολο των μισθωτών και, αντί αυτού, προστατεύονται –και πάλι, όχι απαραίτητα επαρκώς– όσοι βρίσκονται στον λεγόμενο πυρήνα της απασχόλησης (όπως εργαζόμενοι στο δημόσιο, υψηλά ειδικευμένο προσωπικό). Επιπλέον, o οργανωτικός πολυκερματισμός σε ορισμένες περιπτώσεις οξύνεται. Καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000, στον κλάδο των μεταφορών δραστηριοποιούνταν οκτώ ομοσπονδίες εκπροσωπώντας μέχρι 26 πρωτοβάθμια σωματεία, ενώ σε αυτόν των τροφίμων και των ποτών 12 ομοσπονδίες, ένα θεσμικό πλαίσιο που ενθάρρυνε τη διαιώνιση “μικρόκοσμων”, ευνοϊκών για ατομικές ιδιοποιήσεις πόρων και διευκολύνσεων από συνδικαλιστικά στελέχη. Εκτός από τα οργανωτικά θέματα, το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα έχει να αντιμετωπίσει και ένα ακόμα πιο σοβαρό πρόβλημα που αφορά την οικονομική του αυτοτέλεια. Η οικονομική εξάρτηση από το κράτος, που πλέον εγγράφεται ως κανονικότητα για τα συνδικάτα, και η συρρίκνωση της χρηματοδότησης απευθείας από τα μέλη επιδρούν αρνητικά στην αποτελεσματικότητα των διεκδικήσεών του, κάτι που μεταφράζεται σε υπαρξιακή κρίση», υπογραμμίζει ο κ. Μπιθυμήτρης.

Την ιδιαίτερα περιορισμένη παρουσία του συνδικαλισμού στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα αναδεικνύει ο κ. Γιάννης Κουζής, καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

«Ο ιδιωτικός τομέας, αν και συγκεντρώνει περίπου το 80% της συνολικής μισθωτής απασχόλησης, δεν υπερβαίνει σε συνδικαλιστική πυκνότητα το 1/5 της αντίστοιχης  κατηγορίας μισθωτών. Η σοβαρή αυτή αντίθεση οφείλεται, ενδεικτικά, στην ιδιαίτερα αρνητική στάση μεγάλης μερίδας της ελληνικής εργοδοσίας απέναντι στον συνδικαλισμό, παράλληλα με το ότι οι έλληνες εργοδότες χαρακτηρίζονται από τους πλέον αυταρχικούς στην Ευρώπη, αλλά και στην απουσία του αναγκαίου θεσμικού πλαισίου για τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση των εργαζομένων στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις (κάτω των 21 απασχολουμένων), τη στιγμή  που αυτές υπερβαίνουν το 97% του ιδιωτικού τομέα», τονίζει και συνεχίζει τη σκιαγράφηση των παθογενειών του ελληνικού συνδικαλισμού: «Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού έχει επηρεάσει σημαντικά και τα συνδικάτα, επιφυλάσσοντας σε αυτά το ρόλο ενός παρωχημένου, αναχρονιστικού και αντιπαραγωγικού μορφώματος. Από την άλλη, η ένταση του φαινομένου της παραταξιοποίησης συμβάλλει στην προσβολή της έννοιας της αυτονομίας του συνδικαλιστικού κινήματος, από τη στιγμή που αποφάσεις κρίσιμες για την πορεία των συνδικάτων δεν λαμβάνονται στα συνδικαλιστικά όργανα αλλά αποτελούν προϊόν ειλημμένων αποφάσεων στο εσωτερικό των παρατάξεων και μεταφέρονται με όρους “παραταξιακής πειθαρχίας” σε αυτά όπου, με βάση τους ήδη ισχύοντες παραταξιακούς συσχετισμούς, λαμβάνονται “δημοκρατικά” οι τελικές αποφάσεις χωρίς την ουσιαστική δυνατότητα αυτόνομων προσωπικών αποκλίσεων. Προβλήματα όπως ο οργανωτικός πολυκερματισμός, η κομματικοποίηση, η έλλειψη παντελούς προγραμματισμού για την προσέλκυση νέων μελών παραμένουν απλές παραδοχές ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Προκειμένου οι διαπιστώσεις να γίνουν πράξεις, βασικό εργαλείο αποτελεί η επιστροφή στις αρχές και τις αξίες που γέννησαν και ανέδειξαν τον συνδικαλισμό. Αρχές όπως η αλληλεγγύη, η ενότητα, η αυτονομία, η ανιδιοτέλεια, που έχουν σε μεγάλο βαθμό απεμποληθεί στις μέρες μας και που συμπυκνώνονται στη δημιουργία όρων για μια γνήσια συνδικαλιστική κουλτούρα», καταλήγει ο κ. Κουζής.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΝΙΚΕΣ

Είναι τούτη την κουλτούρα ενός συνδικαλισμού δημοκρατικού και «απογραφειοκρατικοποιημένου» που υπηρετούν όλο και περισσότερα σωματεία βάσης, τα οποία πετυχαίνουν μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες.  «Γεννηθήκαμε το 2008, λίγο πριν από την κρίση. Πολλές εταιρείες καταπατούσαν την τότε υπάρχουσα συλλογική σύμβαση, ενώ ήταν μια εποχή όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις courier άρχισαν να φτιάχνουν franchise, στα οποία διοχετεύθηκε μεγάλο μέρος του προσωπικού, με πολύ χειρότερες αποδοχές από αυτές που είχε στη μητρική εταιρεία. Πολλοί πράκτορες franchise “χρεοκοπούσαν” τα καταστήματά τους και ο διάδοχός τους δεν αναλάμβανε τα χρέη, με αποτέλεσμα οι εργαζομένοι να χάνουν δεδουλευμένα ή να μειώνεται σοβαρά ο μισθός τους – χωρίς να υπάρχει ρήτρα ευθύνης των κεντρικών εταιρειών για την διασφάλιση των βασικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στα πρακτορεία. Μετά, δε, την κατάργηση της κλαδικής σύμβασης, το 2011, αρκετές εταιρείες έριξαν τους μισθούς στο ύψος του βασικού, γίνονταν απολύσεις για ασήμαντους λόγους, όπως “γιατί επέστρεψες δυο πακέτα”, ενώ άλλο συχνό πρόβλημα είναι τα εργατικά ατυχήματα, εν ώρα μαύρης και υπερωριακής απασχόλησης των εργαζομένων. Ο στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε ένα αντίβαρο σε όλα αυτά, καθώς απουσίαζε οποιαδήποτε συνδικαλιστική εκπροσώπηση του χώρου», σημειώνει στη «σχεδία» ο κ. Γιώργος Παπαδημητρίου, αντιπρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων Ταχυδρομικών και Ταχυμεταφορικών Επιχειρήσεων Αττικής (ΣΕΤΤΕΑ). «Σε αρκετές περιπτώσεις, με τις παρεμβάσεις μας, που περιλάμβαναν, συνήθως, αποκλεισμούς καταστημάτων, καταφέραμε να συνθηκολογήσουν οι εργοδότες. Σε μεταπωλήσεις, για παράδειγμα, καταστημάτων, να διατηρήσουν οι νέοι ιδιοκτήτες τους μισθούς στα ίδια επίπεδα, να μην προβούν σε απολύσεις και να καταβάλουν τα δεδουλευμένα των εργαζομένων. Στην αρχή, είχαμε να  αντιμετωπίσουμε το φόβο και την καχυποψία των συναδέλφων. “Ωχ, θα με δει ο εργοδότης να μιλάω με τους ανθρώπους του σωματείου”, σκέφτονταν κάποιοι, ενώ άλλοι θεωρούσαν ότι στα σωματεία είναι οι “βολεμένοι”. Όλες αυτές τις αντιλήψεις, σε μεγάλο βαθμό, τις έχουμε σπάσει. Βλέπουν οι συνάδελφοι ότι δεν είμαστε συνδικαλιστές που είναι εκτός εργασίας, είμαστε κι εμείς εργαζόμενοι, θα κάνουμε εξόρμηση σε ένα κατάστημα με τα ρούχα της δουλειάς και αμέσως μετά θα έχουμε δρομολόγιο. Τις αποφάσεις τις παίρνουμε συλλογικά κατά τις εβδομαδιαίες συνελεύσεις που είναι ανοιχτές σε όλους. Έτσι, έχουμε καταφέρει, τη στιγμή που τα περισσότερα συνδικάτα αποσυσπειρώνονται, να δεκαπλασιάσουμε τα μέλη μας. Από εκεί που όταν ξεκινούσαμε δεν ξεπερνούσαμε τους 50, πλέον έχουμε φθάσει τους 560», συνεχίζει ο κ. Παπαδημητρίου.

Είναι από την απόλυτη αφάνεια που έβγαλε τους ενοικιαζόμενους υπαλλήλους στις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες ο ΣΥΔΑΠΤΤ (Σύλλογος Δανειζόμενου Προσωπικού Τραπεζικού Τομέα). «Είμαστε εργαζόμενοι που δουλεύουμε ακόμη και είκοσι χρόνια στις τράπεζες –εγώ έχω κλείσει 16 χρόνια– δανειζόμενοι από εταιρείες παροχής υπηρεσιών  κι ενώ, στην ουσία, καλύπτουμε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν υπάρχει κάποιο νομικό πλαίσιο που να μας προστατεύει. Εργαζόμαστε με ατομικές συμβάσεις εργασίας οι οποίες δεν καθορίζουν καμία εξέλιξη και κανένα από τα δικαιώματα που απολαμβάνουν οι τραπεζοϋπάλληλοι. Δεν φαινόμαστε ως δυναμικό της τράπεζας, αλλά ως ένα έξοδο που μπορεί να αναπροσαρμοστεί ανά πάσα ώρα και στιγμή. Από τη στιγμή, δε, που καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις, οι αμοιβές μας έχουν πέσει στον βασικό μισθό, μειώθηκαν οι ώρες εργασίας μας, ενώ γινόμασταν μάρτυρες καταχρηστικών απολύσεων συναδέλφων μας. Για παράδειγμα, απολύθηκε εργαζόμενος στο Τμήμα Ληξιπρόθεσμων Οφειλών μεγάλης τράπεζας γιατί ήταν πολύ ευγενικός με τους πελάτες, παρά το ότι ήταν συνεχώς στους τρεις πρώτους στις καταγεγραμμένες επιδόσεις», μας λέει ο κ. Γιώργος Καπετανάκης, πρόεδρος του συλλόγου, που συγκροτήθηκε το 2012. «Ήταν μία τελείως αγνή προσπάθεια που προέκυψε από τα κάτω, ούτε απολαμβάνουμε κάποιου συνδικαλιστικού προνομίου ούτε χωριζόμαστε σε παρατάξεις. Το μόνο που επιδιώκαμε ήταν να μην είμαστε ένα αναλώσιμο προσωπικό. Θεωρούσαν, δε, οι διοικήσεις των τραπεζών ότι, λόγω του διαρκούς φόβου της απόλυσης που διακατέχει τους εργαζόμενους, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση αυτοί να συνδικαλιστούν. Ακόμη και τώρα ισχυρίζονται ότι ο σύλλογός μας είναι αναρμόδιος να εκπροσωπεί εργαζόμενους και ότι οι τράπεζες δεν είναι υποχρεωμένες να διαβουλεύονται μαζί του, ήμασταν αόρατοι. Κι όμως, καταφέραμε, χαρακτηριστικά, ύστερα από ένα εξάμηνο αγώνων, να αποτρέψουμε τις εξοντωτικές μειώσεις ύψους 55% που σχεδίαζε μεγάλη τράπεζα για τις καθαρίστριες που εργάζονταν επί χρόνια στις εγκαταστάσεις της. Έγιναν τρεις συμφιλιωτικές συναντήσεις στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο Υπουργείο Εργασίας.  Επειδή δεν φάνηκε να είναι αρκετό, οργανώσαμε παραστάσεις διαμαρτυρίας,  στάσεις εργασίας, απεργιακή φρουρά στο κεντρικό κτίριο της τράπεζας. Έτσι, φέραμε, τελικά, και τη διοίκηση της τράπεζας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων απευθείας με το σωματείο μας. Πετύχαμε, δε, και την επαναπρόσληψη συναδέλφων (όπως εκείνης  της εργαζόμενης που υπηρετούσε επί δεκαοκτώ χρόνια σε μια  τράπεζα και είδε τη σύμβασή της να καταγγέλλεται άδικα)  οι οποίοι είχαν απολυθεί με το πρόσχημα της αναδιάρθρωσης διευθύνσεων», συνεχίζει ο κ. Καπετανάκης.

 Μπορεί η δράση ενός συνδικάτου να πετύχει την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας; Και όμως, αυτό κατόρθωσε το Συνδικάτο Μετάλλου Αττικής και Ναυπηγικής Βιομηχανίας, η μεγαλύτερη πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση του μετάλλου (με πάνω από δέκα χιλιάδες μέλη), διάδοχος του Συνδικάτου Μετάλλου Πειραιά, μετά τη συγχώνευση του τελευταίου με άλλα μικρότερα συνδικάτα. «Όταν συγκροτηθήκαμε, το 2013, η ανεργία στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη άγγιζε το 90%, είχαν εξαθλιωθεί ολόκληρες οικογένειες, αρκετοί πια δεν είχαν πρόσβαση σε ρεύμα, σε νερό – κάτι που συμβαίνει ακόμη και τώρα. Με το που κόβεται το ρεύμα ενός εργάτη ή απολυμένου, μαζεύουμε χρήματα για να επανασυνδεθεί, χορηγούμε τρόφιμα σε άνεργες οικογένειες, φέραμε στην επιφάνεια, στους χώρους εργασίας, τη δράση της Χρυσής Αυγής, η οποία ήταν αποφασισμένη να χυθεί αίμα στη Ζώνη – είχε στήσει ενέδρα θανάτου σε δεκαπέντε μέλη του σωματείου μας. Κατορθώσαμε με τις δράσεις μας να επιβάλουμε στο Υπουργείο Υγείας να ασφαλίζονται οι εργαζόμενοι στη Ζώνη από το πρώτο ένσημο και να τους χορηγείται βιβλιάριο υγείας», λέει στη «σχεδία» ο κ. Δημήτρης Ζορμπάς, ταμίας του συνδικάτου.

«Το 2016, ξεκινήσαμε εννιά μήνες συνεχόμενων κινητοποιήσεων για να υπογραφεί συλλογική σύμβαση εργασίας, άλλοτε κάναμε στάσεις εργασίας, άλλοτε δεν δουλεύαμε υπερωρίες τα απογεύματα ή τα Σάββατα. Ως αποτέλεσμα, κάθε επιχείρηση –ενώ αρχικά οι εργοδότες αντιδρούσαν επισείοντας την απειλή ότι “τα καράβια θα φύγουν να επισκευάζονται στην Toυρκία–  να αρχίσει να λυγίζει και το Νοέμβριο του 2017 να υπογραφεί Τοπική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη, η οποία επανέφερε τα ημερομίσθια στα επίπεδα του 2009, έθεσε τέρμα στις απλήρωτες υπερωρίες και στην εντατικοποίηση της εργασίας  –τα συνεχόμενα δωδεκάωρα δουλειάς ήταν ο κανόνας–, ενώ διασφαλίστηκαν μέτρα υγιεινής και ασφαλείας, όπως να φορούν ειδικά γάντια και ποδιές οι εργαζόμενοι – πετύχαμε, μάλιστα, στις επιτροπές ασφαλείας που διενεργεί τους ελέγχους πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε εργασία σε ένα καράβι να συμμετέχουν και εργαζόμενοι», τονίζει ο κ. Ζορμπάς.


comments powered byDisqus

Αρχειο

Κατηγοριες