10 Ιανουαρίου 2019

Η καλοσύνη των ξένων

Με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων κυκλοφορίας, άνθρωποι της «σχεδίας» μοιράζονται στιγμές από την καθημερινότητά τους στα πόστα.
 
Κείμενο:
Μαρία Παπαδοδημητράκη
 
Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από τις 27 Φεβρουαρίου 2013, όταν η «σχεδία» έκανε το παρθενικό της ταξίδι στους δρόμους της πόλης. Σαράντα οκτώ μήνες, 45 τεύχη, χιλιάδες σελίδες, εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις και άνθρωποι, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Βασιλεία και Μόντρεαλ (μέσω του προγράμματος «συνδρομές αλληλεγγύης»). Αλλά και χιλιάδες ώρες στα «πόστα», εκεί που στέκονται όρθιοι οι  άνθρωποι με τα κόκκινα γιλέκα, σε διασταυρώσεις και πλατείες, σε στάσεις λεωφορείων, έξω από μετρό, καφετέριες, σουπερμάρκετ, για να δώσουν ένα περιοδικό, να ανταλλάξουν μια «καλημέρα», να υποστηρίξουν τους εαυτούς τους, αλλά και όλους εμάς τους υπόλοιπους. Είναι αμφίδρομη η σχέση, το έχουμε διαπιστώσει από τις πρώτες μέρες. Μιλήσαμε με κάποιους από αυτούς, με αφορμή αυτή την «επέτειο». Τους ζητήσαμε να μας πουν ιστορίες από τη ζωή στα πόστα. Ιστορίες που γεννούν αισθήματα τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο και, τελικά, μόνο απλή και εύκολη δεν είναι η καταγραφή τους. Η συγκίνηση διαδέχεται την απορία, το γέλιο, τη στεναχώρια, η αισιοδοξία την απογοήτευση, ο ενθουσιασμός τον προβληματισμό. Όλα μέσα στη ζωή, ειδικά όταν η ζωή αυτή έχει μεγάλη δόση δρόμου. 
 
 
Ο 68χρονος κύριος Στάθης (Παπαναστασίου) με την ήρεμη και επιβλητική φωνή, τη φωνή που χαρίζει η πείρα της ζωής, ήταν εκείνος που έκανε το ποδαρικό, λέγοντάς μας την πρώτη ιστορία. Μας μίλησε για μια γυναίκα που συνάντησε χειμώνα στην Ομόνοια. Ήταν γύρω στα 50 με 60, φτωχικά ντυμένη, και ήθελε να αγοράσει το περιοδικό. Έπιασαν κουβέντα, και η γυναίκα τού εξομολογήθηκε ότι είχε έρθει από την επαρχία σε μικρή ηλικία και ότι για ένα διάστημα ζούσε στους δρόμους. «Ήταν συναισθηματικά φορτισμένη. Μου είπε ότι εκείνοι που την ξεγέννησαν, που τη βοήθησαν να φέρει το παιδί της στον κόσμο ήταν άνθρωποι άστεγοι, όπως αυτή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει την καλοσύνη τους και, παρά τις δυσκολίες που ακόμα αντιμετώπιζε, ήθελε μέσα από εμέ-να να βοηθήσει κάποιον με τη σειρά της».
Εξίσου συγκινητική ήταν και η ιστορία της Γιάννας (Μαντά). «Τελείωνα τη βάρδιά μου, όταν με πλησίασε μια κυρία και μου ζήτησε το περιοδικό. Της το έδωσα και τότε την είδα να δακρύζει. “Σας καταλαβαίνω”, μου είπε, “κάποτε ήμουν στη θέση σας. Τώρα που βρήκα μια δουλειά προσπαθώ κάτι να προσφέρω”».
 
Η αξία της καλημέρας
 
Άφωνη από τη στήριξη του κόσμου έχει μείνει πολλές φορές και η κυρία Στέλλα (Μαυρίδου) από τη Θεσσαλονίκη. «Η αλληλεγγύη εκφράζεται εκεί που δεν το περιμένεις. Μου έχουν ζητήσει το περιοδικό άνθρωποι που πολεμούν τους δικούς τους δαίμονες, το αλκοόλ, την ανεργία, τα ναρκωτικά. Μάλιστα, όταν είπα σε έναν εμφανώς ταλαιπωρημένο άνδρα να κρατήσει τα χρήματά του για να καλύψει πιο βασικές ανάγκες, εκείνος μου απάντησε: “Aκόμα και εμείς θέλουμε να διαβάζουμε”».
Ενθουσιασμό και ευγνωμοσύνη νιώθει για την αγάπη που εισπράττει ο συντοπίτης της κυρίας Στέλλας, ο 29χρονος Νίκος Κακαβαλάδης. Άρχισε 
να μιλάει, και οι ιστορίες ξεχύνονταν η μία μετά την άλλη. Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις του ήταν αυτή έξω από ένα εμπορικό κατάστημα, όπου ένα κοριτσάκι 7-8 ετών τον πλησίασε για να πάρει το περιοδικό. «Με την παιδική φωνή του μου ζήτησε ευγενικά να του δώσω ένα τεύχος. Έδωσα το περιοδικό, αλλά το κοριτσάκι συνέχισε να με κοιτάει. “Θα ήθελες κάτι άλλο;” το ρώτησα, και τότε εκείνο με άφησε άφωνο, λέγοντάς μου: “Mια αγκαλιά”. Είπα “ευχαρίστως”, την αγκάλιασα και εκείνο γύρισε χαρούμενο στη μαμά του. Ήταν κάτι τόσο απλό, τόσο εύκολο, αλλά ταυτόχρονα τόσο ωραίο και τόσο μεγάλο».
 
 
Ο κύριος Νίκος Σέρβος φέρνει και αυτός στο νου του ένα χαρούμενο περιστατικό. «Ήμουν στο πόστο μου και ξαφνικά βγήκε τρέχοντας από το μετρό μια κοπέλα. Ήρθε κατά πάνω μου με τόση φόρα, που παραλίγο να με ρίξει και με αγκάλιασε με δύναμη. Την κοίταξα σαστισμένος και τη ρώτησα αν γνωριζόμασταν. Μου απάντησε αρνητικά και μου εξήγησε ότι είχε καλέσει στα γραφεία του περιοδικού και της είχαν πει αν δει κάποιον πωλητή να του πει έναν καλό λόγο, μια καλημέρα, να του δώσει μια αγκαλιά. Ο υπερβάλλων ζήλος της με ξάφνιασε και με συγκίνησε».
 
Ο κύριος Μανώλης (Παπαγιαννάκης) είναι στη «σχεδία» 14 μήνες και έχει πολλές καλές στιγμές να θυμάται, όπως εκείνο το πρωί στη Βουκουρεστίου. «Ήταν 08:20, όταν με πλησίασε ένας καλοντυμένος κύριος γύρω στα 40-45. Μου ζήτησε ένα τεύχος και μου έδωσε 20 ευρώ, αλλά δεν είχα να του δώσω ρέστα, μιας και μόλις είχα αρχίσει τη δουλειά. Τότε εκείνος γύρισε, μου έδειξε το γραφείο του και μου είπε ότι θα επιστρέψει. Μισή ώρα αργότερα, ο άνδρας επέστρεψε, κρατώντας στο χέρι τρία ευρώ. Μπορεί η πράξη αυτή να φαίνεται μικρή ή ασήμαντη, αλλά για εμένα είχε μεγάλη αξία. Ο άνθρωπος εκείνος μπορούσε να με ξεχάσει, αλλά μπήκε στον κόπο να γυρίσει για να πάρει το περιοδικό. Ακόμα και εγώ μπορεί να μην το έκανα. Χίλια ευχαριστώ!»
 
Όλοι υπογραμμίζουν ότι, πέρα από τα τρία ευρώ που θα τους επιτρέψουν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, ακόμη μεγαλύτερη αξία έχει εκείνη η χαμογελαστή «καλημέρα», το ειλικρινές ευχαριστώ, τα πέντε λεπτά που θα μιλήσουν με ένα συνάνθρωπό τους. Η κυρία Στέλλα ήταν ξεκάθαρη: «Το χαμόγελο του κόσμου μάς κρατάει. Δεν περίμενα ότι υπάρχει τόση αγάπη εκεί έξω. Να είναι καλά όσοι μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε».
Τα κεράσματα
Σχεδόν αναπόφευκτα υπάρχουν και τα τυχερά: ένας καφές από έναν περαστικό, ένα κρουασάν από ένα παιδί, ένα κουλούρι που περιμένει. Οι ιστορίες με κεράσματα και μικρά δώρα είναι πολλές και ξαφνιάζουν ευχάριστα.
 
 
Ο κύριος Μανώλης φέρνει στη μνήμη του το κοριτσάκι του δημοτικού που τον πλησίασε μετά από μια θεατρική παράσταση και έβγαλε από την τσάντα της ένα κρουασάν για να του το προσφέρει. «Της είπα ευχαριστώ, ότι είναι καλύτερα να το φάει εκείνη και τη συμβούλευσα να μάθει γράμματα». Η κυρία Γιάννα, πάλι, θυμάται μια χιονισμένη μέρα τον νεαρό σερβιτόρο από την καφετέρια δίπλα στο πόστο της στο Κολωνάκι, που της ζήτησε μόλις τελειώσει τη δουλειά να περάσει στο κατάστημα να ζεσταθεί και να  πιει έναν καφέ, ενώ η κυρία Αναστασία Καπακλή μιλάει για μια αναγνώστρια που κάθε πρωί της αφήνει ένα κερασμένο κουλούρι. «Κάθε πρωί η γυναίκα αυτή δίνει χρήματα στον κουλουρτζή που βρίσκεται δίπλα στο πόστο μου και εκείνος μου δίνει ένα κουλούρι όταν έρθω για δουλειά». Η κυρία
Στέλλα έχει τη δική της ιστορία. «Ήμουν στο πόστο μου, και ένας ηλικιωμένος κύριος με πλησίασε και μου έπιασε την κουβέντα. Μου είπε ότι θα ήθελε να βοηθήσει εθελοντικά, αλλά η κατάσταση της υγείας και η ηλικία του δεν του το επέτρεπαν. Αγόρασε ένα τεύχος και έφυγε. Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε, κρατώντας στα χέρια του ένα κουτί. Μου το έδωσε και απομακρύνθηκε γρήγορα, αφήνοντάς με σαστισμένη. Άνοιξα το απρόσμενο δώρο και είδα ότι ήταν είδη ραπτικής».
Αλλά ο δρόμος είναι δρόμος, δύσκολος και συχνά αφιλόξενος, επιθετικός, μοναχικός.  Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους της «σχεδίας» έχουν δεχθεί λεκτικές (ακόμη και σωματικές) επιθέσεις. Όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους μιλήσαμε είχαν να αφηγηθούν περιστατικά με περαστικούς που τους έβρισαν ή τους φώναξαν αποδοκιμαστικά, επειδή νόμιζαν ότι ανήκουν σε κάποιο πολιτικό σχήμα ή σε κάποια θρησκευτική οργάνωση, ότι είναι «γαύροι» ή κάτι άλλο.  Οι χαρακτηρισμοί «κομμουνιστές» και «συριζαίοι» ήταν κάτι το σύνηθες, ειδικά τον πρώτο καιρό. Όπως πολύ συνηθισμένο είναι να τους φωνάζουν... «Ιεχωβάδες».
 
Μάλιστα, στις αρχές του περασμένου μήνα, μια κυρία στον Πειραιά έκανε συνδυασμό, αφού επιτέθηκε φραστικά στον κ. Χρήστο Γ., επειδή –όπως πίστευε– οι άνθρωποι της «σχεδίας» είναι «Ιεχωβάδες του Σύριζα». Της το είχε πει μια γειτόνισσα. Το επεισόδιο είχε αίσιο τέλος σε αυτή την περίπτωση, αφού η επιθετική κυρία έδειξε την υπομονή να κάτσει να συζητήσει, να ακούσει από τον Χρήστο τι ακριβώς είναι η «σχεδία» και ποιοι είναι οι άνθρωποί της. Στο τέλος ζήτησε «συγγνώμη», αγοράζοντας, μάλιστα, και ένα τεύχος.
Τέτοιου είδους «επιθέσεις» προκαλούν αμηχανία, ενίοτε πίκρα, όχι σπάνια και φόβο. Mε τον καιρό, όμως, οι άνθρωποι της «σχεδίας» μαθαίνουν να τις διαχειρίζονται συναισθηματικά. Όπως λέει η κυρία Γιάννα, υπάρχουν άνθρωποι που κρίνουν κάποιον χωρίς να του έχουν μιλήσει. «Δεν καταλαβαίνω αυτή τη βιασύνη να χαρακτηρίσουμε ανθρώπους, χωρίς να γνωρίζουμε ποιοι είναι και τι κάνουν», σχολιάζει. 
 
 
Μια δύσκολη στιγμή από το πόστο του μας περιέγραψε και ο κύριος Νίκος. «Ήμουν στην έξοδο του μετρό στην Αθηνάς και δίπλα μου βρισκόταν ένας άνδρας, άστεγος τοξικομανής. Τον άνθρωπο αυτό τον γνώριζα από παλιά, είχα μοιραστεί μαζί του τις μέρες της δικής μου αστεγίας. Μιλήσαμε για αρκετή ώρα, με τους περαστικούς να μας κοιτούν με απαξίωση, στρέφοντας το βλέμμα μακριά από έναν κόσμο που υπάρχει, αλλά κανείς δεν θέλει να βλέπει. Εγώ, όμως, είχα ζήσει στον κόσμο αυτόν και τώρα είχα ξεφύγει, ενώ ο παλιός μου γνώριμος είχε ακόμα να παλέψει με πολλές δυσκολίες. Εκείνη τη μέρα δούλεψα παρέα με το παρελθόν μου. Ήταν μια μέρα δύσκολη, εξαντλητική». Έχει, ωστόσο, να μοιραστεί και μια ιστορία που, ενώ αρχικά τον είχε στεναχωρήσει, τώρα του φαίνεται αστεία. «Ετοιμαζόμουν να δώσω το περιοδικό και την απόδειξη σε μια αναγνώστρια, όταν με ρώτησε αν καπνίζω. Της απάντησα: “Nαι, το τσιγάρο είναι παρέα για μένα”, και με το που άκουσε ότι είμαι καπνιστής, εκνευρίστηκε, παράτησε το περιοδικό και έφυγε, αφήνοντάς με αποσβολωμένο».
 
Στιγμές που δεν μπορεί να ξεχάσει έχει περάσει και ο κύριος Μανώλης. «Ήμουν στο μετρό του Περιστερίου και ένας κύριος ήρθε προς το μέρος μου, δίνοντάς μου 50 λεπτά. Τον ευχαρίστησα και του είπα ότι δεν μπορώ να τα πάρω. Τότε εκείνος πέταξε τα χρήματα προς το μέρος μου και με ύφος επιτακτικό μου είπε: “Πάρ’ τα, ρε!”».
 
Αναγνώστες εξωτερικού
 
Η αλληλεγγύη δεν εκφράζεται με λέξεις, αλλά με πράξεις, πράξεις που ξεπερνούν κάθε εμπόδιο, ακόμα και αυτό της γλώσσας. Ο κύριος Στάθης μίλησε συγκινημένος για τους ηλικιωμένους τουρίστες με τις ηλιοκαμμένες μύτες που τον περικύκλωσαν για να αγοράσουν το περιοδικό. «Βρισκόμουν στο Μοναστηράκι, και από το πουθενά με πλησίασε ένα γκρουπ τουριστών που έκαναν βόλτα στην περιοχή. Αν και δεν μιλούσαν τη γλώσσα μας, πήραν όλοι το περιοδικό. Όταν με είδαν να δακρύζω, άρχισαν να με αγκαλιάζουν και να με χαϊδεύουν, προσπαθώντας να με παρηγορήσουν».
Δύο ιστορίες με ξένους φίλους είχε να διηγηθεί και ο Νίκος. Θυμήθηκε την κοπέλα από την Αμερική που είχε ενθουσιαστεί τόσο από την ενημέρωσή του για το περιοδικό, που κάθε φορά που τον συναντούσε τον χαιρετούσε. «Κάποια στιγμή χαθήκαμε, αλλά μετά από λίγο καιρό βρεθήκαμε ξανά. Η κοπέλα μού είπε ότι με έψαχνε μέρες, γιατί ήθελε να πάρει το νέο τεύχος από μένα. Το εντυπωσιακό ήταν ότι εκείνη δεν ήξερε ελληνικά και έβαζε ένα φίλο της να της διαβάζει τα κείμενα». Με ευγνωμοσύνη μίλησε και για την κυρία από τη Σκωτία που, αν και δεν ήταν αναγνώστρια του περιοδικού, έπιασε κουβέντα μαζί του, καθώς τον έβλεπε κάθε μέρα στο ίδιο σημείο. «Μετά από αρκετές συζητήσεις, της είπα ότι μέσα στα σχέδιά μου ήταν να βελτιώσω τα αγγλικά μου. Ζήτησε το τηλέφωνό μου και μετά από λίγες μέρες με κάλεσε για να μου πει ότι θα μου έκανε μαθήματα δωρεάν».
 
Για επίλογο, κράτησα τη δική μου ιστορία από το πόστο που αγοράζω τη «σχεδία», αυτό στο Μέγαρο Μουσικής. Ήταν μεσημέρι και έτρεχα για άλλη μια φορά να προλάβω το μετρό. Έκανα μια μικρή στάση να πάρω το τεύχος και την ώρα που έδινα τα χρήματα στον πωλητή, φτερνίστηκα. Εκείνος μου έδωσε το περιοδικό και με τόνο σχεδόν πατρικό μου είπε: «Δεν έχεις ντυθεί καλά, κάνει κρύο σήμερα. Δεν προσέχετε εσείς οι νέοι καθόλου και αρρωσταίνετε». Του χαμογέλασα, τον ευχαρίστησα και έφυγα. Ο κύριος μου έφτιαξε τη διάθεση με μια απλή κουβέντα. Τον ευχαριστώ.  
 

comments powered byDisqus

Αρχειο

Κατηγοριες