Shedia

EN GR

27 Μαΐου 2021

Στο τρίκυκλο της ιστορίας

Ένας σεμνός αγωνιστής κάνει μια αναδρομή στα ταραγμένα χρόνια της μετεμφυλιακής Ελλάδας και τη δολοφονία Λαμπράκη, καλώντας μας σε μία μάχη με τον ατομισμό.
 
Συνέντευξη του Βασίλη Πολάτογλου στη Νικολία Αποστόλου
 
Ο Βασίλης Πολάτογλου είναι από εκείνους τους ανθρώπους που μπορείς να ακούς για ώρες να διηγούνται τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, όπως την έζησε ο ίδιος. Έχει πληρώσει για τα πιστεύω του με εξορίες και βασανιστήρια, ενώ συνεχίζει στα 89 του το βίο του χωρίς τιμές και αξιώματα ζώντας σεμνά, κουβαλώντας κάτι από τη σοφία που αφήνει πίσω της η ιστορία στα πιο ταραχώδη περάσματα της. Υπήρξε μάρτυρας της δράσης του Μανώλη Εμμανουηλίδη και του Σπύρου Γκοτζαμάνη, των δύο φυσικών αυτουργών της δολοφονίας του Γρηγορίου Λαμπράκη, που δολοφονήθηκε πριν από 57 χρόνια, στις 27 Μαΐου 1963, γεγονός ορόσημο στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, το οποίο και αποκάλυψε το παρακράτος της Θεσσαλονίκης.
 
 
Στο σπίτι του στο Ξυλόκαστρο. Διαβάζει και γράφει αδιαλείπτως.
 
Ο Πολάτογλου ήταν μέλος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και, δύο μήνες πριν από τη δολοφονία, μεσολαβεί ώστε η ΕΔΑ να νοικιάσει για την εκδήλωσή της το κατάστημα του Δημοσθένη Κούμπου, γνωστού επιχειρηματία της Θεσσαλονίκης, του οποίου ο Πολάτογλου κάθε χρόνο έβαφε το μαγαζί. «Είναι πρωί 18 ή 19 Μάρτη, ασβεστώνω και έχω γίνει άσπρος από πάνω μέχρι κάτω. Έρχεται ο Δημήτρης Κατσούλης, υπομοίραρχος της χωροφυλακής και ανακατεμένος στην καθοδήγηση και δημιουργία της ομάδας τραμπούκων της Τριανδρίας και Τούμπας, που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της δήθεν δίωξης του δράκου του Σέιχ Σου, και λέει στον Κούμπο: “Βρε Δημοσθένη, νοίκιασες ρε το μαγαζί για να κάνουνε συγκέντρωση. Είναι κουμμούνια και κοίταξε να πάρεις τη συμφωνία πίσω γιατί θα χυθεί αίμα».
 
Όντως, λίγες μέρες μετά, ο Κούμπος παίρνει πίσω τη συμφωνία, ενώ ο Πολάτογλου έχει προειδοποιήσει το κόμμα ότι αιτία ήταν ο Κατσούλης και, άρα, το κόμμα πρέπει να προσέχει. «Τη νύχτα της δολοφονίας, πηγαίνω απέναντι από το ξενοδοχείο όπου έμενε ο Λαμπράκης και περιμένω αυτούς που έχουν οριστεί να έρθουν μαζί μου στην περιφρούρηση. Έρχεται μόνο ένας (έχει διαδοθεί ότι έχουν οργανωθεί οι παρακρατικοί και θα δημιουργηθούν επεισόδια). Όταν έγινε η πρώτη απόπειρα στον Λαμπράκη, βγαίνοντας από το ξενοδοχείο του για τα γραφεία, αντί να κινητοποιηθούμε σαν ομάδα περιφρούρησης, μπήκαν όλοι μέσα και έκλεισαν και τις πόρτες».
 
Μετά την ομιλία και, καθώς βγήκε ο Λαμπράκης από τα γραφεία, έγινε η δεύτερη και φονική επίθεση. Τότε εμφανίστηκε το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη. Ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, γνωστός και ως Τίγρης, πήδηξε πάνω στο τρίκυκλο και ήταν η αιτία που συνελήφθησαν οι δύο φυσικοί αυτουργοί. Μαζί του προσπάθησε και ο Πολάτογλου να τους σταματήσει. «Μισοανέβηκα  στο τρίκυκλο, με παρέσυρε και με πέταξε στην Τσιμισκή και Βενιζέλου, στη στροφή που έκανε, γιατί ήμουνα κρεμασμένος. Ο Εμμανουηλίδης ήταν ελαιοχρωματιστής. Είχα δουλέψει και εγώ μαζί του σε μια δυο δουλειές. Ξέραμε βέβαια την ποιότητα του, αλλά εν πάση περιπτώσει συνάδελφος ήτανε. Παρόλο που τα λεφτά δεν τον ενδιέφεραν, γιατί ήταν ρουφιάνοι και έπαιρναν τη μίζα τους από την ασφάλεια. Τον δε Γκοτζαμάνη τον ξέραμε, γιατί πολλές φορές μεταφέραμε με το μοιραίο τρίκυκλό του πολλά υλικά για τη δουλειά μας. Ευθύνες από το κόμμα δεν ανέλαβε κανείς, ιδιαίτερα για την ανύπαρκτη περιφρούρηση. Έπρεπε να φτάσουμε στο έσχατο σημείο της αναβολής της συγκέντρωσης».
 
Ο Πολάτογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το ’31, αλλά μεγαλώνει στην Αθήνα μέχρι το ’45. Η μητέρα του δουλεύει 16 ώρες την ημέρα σαν μοδίστρα και ο πατέρας του φεύγει για φαντάρος και λείπει χρόνια, αφού ξεσπάει και ο πόλεμος του ‘40. Πέρασαν πολλά χρόνια χωριστά, και ο πατέρας του δημιουργεί άλλη οικογένεια στη Μακεδονία, ενώ η μητέρα του έχει ένα σύντροφο που αργότερα έγινε πατριός του. «Ο πατριός μου Θανάσης Παπαϊωάννου είναι ο άνθρωπος ο οποίος πέρασε μέσα από το βουνό, εκτός από τον Σαράφη, τον Καπετάν-Γιώτη, δηλαδή τον Φλωράκη. Αργότερα, ο πατριός μου μού είπε ότι το σαμάρι (του γαϊδάρου που με έβαζαν να μεταφέρω) είχε έγγραφα, χαρτιά και μηνύματα προς το βουνό».
 
Την ημέρα που έφεραν τον Σαράφη στην Αθήνα τη θυμάται σαν σήμερα ο Πολάτογλου. Τότε ήταν που τους ενημέρωσαν ότι πέθανε η μητέρα του πατριού του και πρέπει να πάει σπίτι: «Έβαλε τα κλάματα γιατί υπεραγαπούσε τη μάνα του και είπε: “Τώρα που δεν έχουμε ούτε μία δραχμή, πώς θα τη θάψουμε;”. Ο Σαράφης εκείνη τη στιγμή βγάζει ένα πουγκί που έχει κρεμασμένο μέσα στα ρούχα του και του δίνει δύο μισές λίρες, τότε υπήρχαν και οι μισές. Του λέει: “Πάρ’τα για να κάνεις την κηδεία και μη στεναχωριέσαι”».
 
ΠΕΝΤΕ ΣΑΡΔΕΛΕΣ
 
Αναθέτουν τότε στον Πολάτογλου να πάει τον Σαράφη στο σπίτι του παππού του, ο οποίος ήταν πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος στους Αγίους Αναργύρους. «Από εκεί τον παρέλαβαν και ήρθε σε επαφή με το κόμμα». Με τη Συμφωνία της Βάρκιζας επιστρέφει ο βιολογικός του πατέρας, ο οποίος, εντωμεταξύ, είχε πάρει μέρος και στην Εθνική Αντίσταση. «Είχε φέρει μία κονσέρβα, η οποία είχε πέντε σαρδέλες μέσα και πώς μου ήρθε εμένα και του λέω: “Καλά ρε μπαμπά, πέντε χρόνια έλειπες και έφερες πέντε σαρδέλες;” Λέει αυτός:“παιδί μου, στρατιώτης είμαι και με είχαν επιστρατεύσει”».
 
Οι γονείς του συμφωνούν να συνεχίσουν χωριστά τις ζωές τους, και ο Πολάτογλου πήγε να μείνει με τον πατέρα του στην Κάτω Τούμπα και την παράγκα του. Εκεί γράφεται στην ΕΠΟΝ (νεολαία του ΕΑΜ). Ένα βράδυ του ’47, ο Πολάτογλου βγαίνει με άλλα παιδιά να γράψουν το σύνθημα «Ζήτω η Εθνική Επανάσταση του 1821 ΕΠΟΝ». «Κάποιος στις πέντε το πρωί μας παίρνει χαμπάρι και αρχίζει να φωνάζει: “Κλέφτες! Κλέφτες!” Πηδάω μία μάντρα, αλλά από κάτω, για κακή μου τύχη, υπάρχει ένα κοτέτσι. Αρχίζουν οι κότες να κακαρίζουν, μπλέκομαι μέσα στα συρματοπλέγματα, ματώνω, τελικά καταφέρνω και ξεμπλέκω. Βλακωδώς, ξαναγυρίζω από τον ίδιο δρόμο και μπαπ με τσακώνουν». Έχοντας δραπετεύσει, τον ξαναπιάνουν το ίδιο πρωί και δικάζεται χωρίς δικηγόρο σε τρεισήμισι μήνες φυλακή. Μεταφέρεται σε φυλακές ανηλίκων στην Κηφισιά. Όταν αποφυλακίζεται, μένει στην Αθήνα, αφού πλέον δεν χώραγε στο σπίτι του πατέρα του με τα δύο νέα παιδιά.
 
«Συνεχίζω την κομματική μου δράση, παράνομα βέβαια, και το ’48, γύρω στο Μάρτη, με ειδοποιεί κάποιος σύνδεσμος να πάρω ένα πακέτο από προκηρύξεις και εφημερίδες. Μέσα υπήρχε ένας κατάλογος με διευθύνσεις για το πού θα έδινα την κάθε εφημερίδα. Εγώ, όμως, θεωρώ ότι αυτό είναι επικίνδυνο. Δεν ήξερες αν αυτός στον οποίο σε είχανε στείλει είχε συλληφθεί ή τον παρακολουθούσαν. Πηγαίνω στην Αχαρνών και Χέυδεν και ανεβαίνω σε ένα τραμ. Τα τραμ ήταν τότε δύο βαγόνια τα οποία ενώνονταν. Πήγα στη μέση και άρχισα μία μία εφημερίδα να τις πετάω κάτω από το τραμ. Λέω κάποιος θα περάσει θα τη δει και θα την πάρει, έτσι θα γίνει ντόρος. Κρύβω μία μέσα στην κάλτσα μου. Κατεβαίνοντας στο τέρμα Αχαρνών, έχει γίνει μπλόκο. Πάω να περάσω, παπ με πιάνουν. Μου ζητάνε ταυτότητα, εγώ δεν έχω επάνω μου».
 
Ήταν έτοιμοι να τον αφήσουν, όταν βρήκαν ένα δίπλωμα αιμοδοσίας πάνω του. Όμως, ένας από τους παρακρατικούς χίτες τον αναγνώρισε και ο Πολάτογλου κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα, όπου βρήκαν την εφημερίδα κρυμμένη στην κάλτσα. Καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλακή και από τις φυλακές Αβέρωφ μεταφέρθηκε στη Βίδο, ένα νησάκι έξω από την Κέρκυρα.
 
 
Ο Βασίλης Πολάτογλου μέσα στο λεωφορείο (το τρίτο άτομο από αριστερά),κατά τη διάρκεια περιοδείας της Νεολαίας Λαμπράκη στη
Μακεδονία. Εικονίζεται και ο Μίκης Θεοδωράκης.
 
ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΚΑΙ ΛΕΡΟΣ
 
«Ήμουν 16 χρονών παιδί και μου έκαναν βασανιστήρια. Πρώτα φάλαγγα. Με ένα ξύλο, το οποίο από τη μία ήταν ψηλό και από την άλλη ήταν πλατύ. Σε άρχιζαν πρώτα με το πλατύ να σε χτυπάνε στα πέλματα. Ένιωθες κάθε ξυλιά σε όλο σου το σώμα. Χώρια, βέβαια, τα χτυπήματα με μπουνιές, με καρπαζιές, να σε πιάνουν από τα μαλλιά, να σου βγάζουν τούφες. Να σου βγάζουν τα νύχια, χτυπήματα στα χέρια, στα μπράτσα. Βέβαια, ένα παιδί πόσο μπορεί να αντέξει; Και τι να πει ένα παιδί; Εγώ δεν γνώριζα τίποτα. Ήταν ένα άγνωστο πρόσωπο που βρισκόμασταν και μου έλεγε πέντε πράγματα να κάνω. Τον Ιούλιο του 1950 μας παίρνουν από διάφορες φυλακές περίπου 200 ανήλικα παιδιά πολιτικούς κρατούμενους, και μας πάνε στη Λέρο με ένα πολεμικό πλοίο, “Μαχητής” λεγόταν. Είχε δημιουργήσει η Φρειδερίκη τις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου. Η Λέρος ήταν ήδη από το 1949 τόπος εξορίας. Είχαν στείλει πολλά παιδιά που συνέλαβαν στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι». Διευθυντής της σχολής είναι ο Δημήτριος Τσώνος, ο οποίος συμπαθεί τον Πολάτογλου και, όταν μετατίθεται στις σχολές στην Κω, τον παίρνει μαζί του μαζί με μερικά ακόμα παιδιά. «Ήταν πρώην μοίραρχος της χωροφυλακής, ο οποίος μαζί με τους άντρες του, από το Καρπενήσι όπου υπηρετούσε, περνάει στον ΕΛΑΣ και μέχρι το τέλος του πολέμου και τη Συμφωνία της Βάρκιζας συμμετέχει ενεργά. Δεν ήταν βέβαια ο άνθρωπος αριστερός, αλλά φιλελεύθερος, δημοκράτης». Μετά τα δύο υποχρεωτικά χρόνια στη Λέρο, ο Πολάτογλου καταφεύγει στο Βερολίνο και περιμένει να περάσει στην Ανατολική Γερμανία.
 
ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ
 
Δεν τα καταφέρνει, όμως, και καταλήγει στην Ουψάλα της Σουηδίας, όπου του δίνουν άδεια παραμονής και μένει στο σπίτι ενός καθηγητή αρχαίας και νεοελληνικής γλώσσας του τοπικού πανεπιστημίου, που τον επηρέασε πολύ στο να βλέπει κριτικά τις ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων, και δη του ΚΚΕ. Αποφασίζει όμως να επιστρέψει στην Ελλάδα, αφού η μητέρα του τού γράφει ότι θα του δώσουν χάρη. Όταν γυρίζει, τον στέλνουν εξορία στα Κύθηρα, όπου μένει από το Γενάρη μέχρι τον Ιούνιο του 1955. Την ίδια χρονιά, ενώ ξεκινάει τη στρατιωτική του θητεία, παίρνει αναβολή επειδή υποφέρει από έλκος στο δωδεκαδάκτυλο. Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, όπου παντρεύεται και συνεχίζει να δουλεύει σαν ελαιοχρωματιστής.
 
«Το ’57 με καλούν στα γραφεία της κεντρικής ασφάλειας. Μπαίνω μέσα και λέει ένας σμήναρχος: “Έχει έρθει αυτός ο Πολάτογλου, που είναι αληταράς.” Του λέει ο διευθυντής: “Βγες έξω και άσε μας.” Μόλις φεύγει, μου λέει: “Καλά, ακόμη εξακολουθείς να είσαι έτσι;” Του λέω: “Σας ξέρω;” “Δεν θυμάσαι τον διευθυντή σου;” μου απαντάει. Ήταν ο Τσώνος, ο διευθυντής των σχολών της Λέρου και σηκώνομαι να τον αγκαλιάσω». Ο πρώην διευθυντής των φυλακών διέταξε τους κατώτερούς του να αφήσουν τον Πολάτογλου. Εκείνοι όμως διαμαρτύρονται και αναφέρουν ότι ο Πολάτογλου είναι ύποπτος επειδή περιφέρεται σε όλη την πόλη συνεχώς με τα πόδια. «Τους λέω: “Αφού πάω να δουλέψω στην οικοδομή και έρχεται ο χωροφύλακας και λέει: “Αυτόν διώξ’ τον”. Πού να βρω λεφτά για εισιτήρια, με τα πόδια πάω και έρχομαι. Και έτσι γλίτωσα, χάρη σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλιώς θα με έστελναν εξορία πάλι». 
 
Ένα χρόνο μετά, όμως, τον έστειλαν στον Άη Στράτη. Παρά τις δυσκολίες, ο Πολάτογλου συνέχισε την ενεργό πολιτική και συνδικαλιστική του δράση σε όλη του τη ζωή. Έγινε ενεργό μέλος της ΕΔΑ και πάντα τονίζει πως ήταν ΕΠΟΝίτης, αλλά ποτέ δεν γράφτηκε στο ΚΚΕ. Σήμερα ζει στο Ξυλόκαστρο. Σε ένα κείμενό του που μας διαβάζει έχει προσθέσει ένα απόσπασμα του Νικόλαου Δραγούμη για εκείνους που, παρά τις κακουχίες και την πείνα, συνέχιζαν να αγωνίζονται αγόγγυστα, χωρίς να αποβλέπουν σε τιμές και παράσημα, και ένα απόσπασμα του Τάσου Λειβαδίτη που λέει πως για να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι μπροστά στα ντουφέκια. Βαθιά συγκινημένος, κλείνει το κείμενο του με τις δικές του λέξεις: «Αν αυτά δεν μπορούν να γίνουν κτήμα στη συνείδηση του καθένα μας, που λέμε ότι είμαστε αριστεροί, τότε ούτε αριστερός είσαι ούτε δεξιός. Δεν είσαι τίποτα. Είσαι ο εαυτούλης σου και πέρα από τον εαυτό σου τίποτα άλλο».