Shedia

EN GR

19/11/2020

Η ανίχνευση της σωτηρίας

του Σπύρου Ζωνάκη
 

Η παιδική κακοποίηση είναι ένα έγκλημα του οποίου γνωρίζουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Και όμως, η πρόληψη, ο εντοπισμός του και η θεραπευτική αποκατάσταση των θυμάτων είναι εφικτή.

Αθήνα, 2015. Μια ξεχωριστή ταινία μικρού μήκους του Σωκράτη Αλαφούζου προβάλλεται στις κινηματογραφικές  αίθουσες με τίτλο «Ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο» και θέμα την παιδική κακοποίηση. Στην υπόθεση της ταινίας, ο ήρωας κάνει ένα ονειρικό εσωτερικό ταξίδι, για να συναντήσει το ξεχασμένο παιδί μέσα του. Επιλεκτικά, η μνήμη θα τον οδηγήσει να παρατηρήσει καθοριστικές στιγμές των παιδικών του χρόνων, ενώ το υποσυνείδητό του τον προστατεύει από τον σκληρό ρεαλισμό, δημιουργώντας πλούσιους σε χρώμα ονειρικούς χώρους. Πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2020, σε μία δημοσκόπηση της Nielsen Media Greece, για λογαριασμό του ΕΛΙΖΑ (του μοναδικού φορέα που καταπιάνεται αποκλειστικά με την παιδική κακοποίηση) ο «σκληρός αυτός ρεαλισμός» θα αποτυπωθεί στην ελληνική κοινωνία. Επτά στους δέκα έχουν αντιληφθεί κάποιο περιστατικό παιδικής κακοποίησης.

Πώς σκιαγραφείται, όμως, η ελληνική πολιτική για την αντιμετώπισή της;

«Η Σύμβαση του Λανζαρότε που υπογράφηκε το 2007, από σχεδόν όλες τις χώρες-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, και αποτελεί νόμο του κράτους στην Ελλάδα, περιλαμβάνει μια σειρά από προβλέψεις για την  πρόληψη θυματοποίησης των παιδιών, τη δίωξη των δραστών και την παροχή υπηρεσιών προστασίας στα θύματα. Χαρακτηριστικά, προβλέπεται η υποχρεωτική καθιέρωση της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μία φιλική προς το παιδί δικαιοσύνη, όπου τα θύματα δεν θα επανατραυματίζονται μέσα από επανηλειμμένες καταθέσεις. Το παιδί θύμα-κακοποίησης θα κληθεί να καταθέσει την τραυματική του εμπειρία, κατά μέσο όρο, 14 φορές. Προσωπικά, έχω δει και περιπτώσεις όπου τα παιδιά έχουν υποστεί 28 πραγματογνωμοσύνες σε διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών. Από την άλλη, ενώ διεθνώς υπάρχει η πρόνοια να απομακρύνεται ο δράστης από το σπίτι του παιδιού, συχνά στη χώρας μας εξακολουθεί να απομακρύνεται το παιδί.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Φανταστείτε ένα παιδί που πέρασε όλη αυτήν την πολύ δύσκολη ψυχική διεργασία να καταγγείλει ότι κακοποιήθηκε από τον πατέρα του να πρέπει να πληρώσει ένα επιπρόσθετο τίμημα, να χάσει το δωμάτιό τους, τους φίλους, τη γειτονιά, το σχολείο του και να βρεθεί σε ένα ίδρυμα. Δεν υπάρχει ίδρυμα που να μην είναι ψυχικά και συναισθηματικά τραυματικό για ένα παιδί», σημειώνει ο ψυχίατρος Γιώργος Νικολαΐδης, διευθυντής  Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού. «Και όμως, στη χώρα μας  περίπου 3.000 παιδιά –στη συντριπτική τους πλειοψηφία θύματα κακοποίησης– διαμένουν σε κλειστά ιδρύματα. Τη στιγμή που έχει φανεί από έρευνες ότι το 85% αυτών των παιδιών θα κακοποιηθούν σωματικά από τα υπόλοιπα παιδιά και το ένα στα τέσσερα σεξουαλικά. Αυτό που χρειάζεται το παιδί είναι μια επανορθωτική εμπειρία, ένα οικογενειακό περιβάλλον. Δυστυχώς, ο θεσμός της αναδοχής δεν έχει απολαύει της στήριξης της πολιτείας. Πραγματοποιούνται μόνο 30 αναδοχές το χρόνο», συνεχίζει.

Ποια είναι, όμως, η έκταση του φαινομένου στη χώρα μας; «Με βάση δικά μας ερευνητικά στοιχεία, 3 στα 4 παιδιά θα έχουν τουλάχιστον μία εμπειρία σωματικής βίας, 1 στα 6 παιδιά έχει υποστεί σεξουαλική θυματοποίηση και ένα ποσοστό γύρω στο 7,5% έχει τουλάχιστον μια εμπειρία σεξουαλικής θυματοποίησης που εμπεριέχει και σωματική επαφή. Σε γνώση των αρχών, φθάνει, όμως, ένα πολύ μικρό ποσοστό. Μόλις το 0,18% του παιδικού πληθυσμού αναφορικά με τη σωματική βία και το 0,07% για τη σεξουαλική. Αυτό εξηγείται, καθώς, από τη μία, συνήθως, στη σεξουαλική κακοποίηση δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα και, από την άλλη, επειδή πάνω από το 85% των περιστατικών κακοποίησης προέρχεται από τον κύκλο εμπιστοσύνης του παιδιού, όπως τον γονιό ή  τον φροντιστή, το παιδί έχει συναισθήματα αγάπης για τον δράστη και φοβάται ότι μιλώντας θα τον οδηγήσει στη φυλακή», μας λέει ο κ. Νικολαϊδης.

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

«Υπάρχουν δεκάδες κακοποιημένα παιδιά που διαβιούν επί μήνες, με εισαγγελική εντολή, υποτίθεται για την “προστατευτική τους φύλαξη”, στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου», επισημαίνει η Όλγα Θεμελή, αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογικής Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ένας θεσμός που καθιερώνεται σε όλο και περισσότερες χώρες του κόσμου, ώστε να αποφευχθεί η δευτερογενής θυματοποίηση των παιδιών από τις αλλεπάλληλες περιγραφές των δεινών της παραβίασης που υπέστησαν είναι τα Κέντρα Συνηγορίας Παιδιού ή «Σπίτια του Παιδιού». «Τα παιδιά καταθέτουν  μονάχα μία φορά σε έναν ειδικά εκπαιδευμένο ψυχολόγο και σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, η κατάθεση βιντεοσκοπείται, ενώ την παρακολουθούν, μέσω συστήματος κλειστής τηλεόρασης εκπρόσωποι των αστυνομικών, εισαγγελικών, δικαστικών, ανακριτικών αρχών, που βρίσκονται σε διπλανό δωμάτιο. Σήμερα, στις ΗΠΑ λειτουργούν περί τα 800 Κέντρα Συνηγορίας Παιδιού. Στην Ευρώπη, εκτός από το πρωτοπόρο “Σπίτι του Παιδιού” (Barnahus) στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας, που λειτουργεί από το 1998, το μοντέλο έχει μεταλαμπαδευτεί σε όλη τη Σκανδιναβία: στη Σουηδία, τη Νορβηγία, τη Δανία και Φινλανδία, αλλά και σε γειτονικά βαλκανικά κράτη, όπως η Τουρκία, η Κροατία και η Βουλγαρία. Από το 2017, έχουν θεσμοθετηθεί και στη χώρα μας πέντε “Σπίτια του Παιδιού” (σε Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο) και όμως, παραμένουν ανενεργά. Υπάρχει μια πλήρης αδιαφορία της πολιτείας για την προστασία της ανηλικότητας. Δεν είναι δυνατόν τα παιδιά να καταθέτουν σε εισαγγελικά γραφεία και να σέρνονται στα δικαστήρια. Από το 2019, έχει συνταχθεί και στη χώρα μας ένα πρωτόκολλο εξέτασης κακοποιημένων ανηλίκων, το οποίο δεν εφαρμόζεται. Τα παιδιά, στο τέλος, ανακαλούν, δεν αντέχουν άλλο, φοβούνται ότι η κατάθεσή τους επαναλαμβάνεται γιατί δεν απάντησαν σωστά», σημειώνει η κ. Θεμελή.

Ποια είναι, ωστόσο, τα στάδια της αποκάλυψης; «Στην αρχή, ένα παιδί αρνείται, στη συνέχεια αποκαλύπτει, αλλά ένα μικρό ποσοστό όσων έχουν γίνει, υποτιμά δηλαδή τα γεγονότα για να μπορεί να τα αντέξει, μετά επαναποσύρει, ειδικά αν δεν βρει την υποστήριξη που θα προσδοκούσε από το οικογενειακό πλαίσιο, μέχρι να ξαναποκαλύψει, ενδεχομένως ολοκληρωτικά», μας λέει η δρ. Κωνσταντίνα Κωστάκου, Αστυνόμος Β΄- Ψυχολόγος στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής .«Χειριζόμαστε κάθε χρόνο περίπου 200 υποθέσεις, κυρίως σεξουαλικής κακοποίησης. Οι καταγγελίες προς την υπηρεσία μας έχουν έναν ολοένα και αυξανόμενο ρυθμό. Ξεκινάμε να μιλάμε για ουδέτερα γεγονότα με το παιδί, για πράγματα που δεν έχουν κανένα συναισθηματικό κόστος. Το γραφείο μας είναι γεμάτο από ζωγραφιές που τις δείχνουμε στα παιδιά, λέγοντάς τους ότι από εδώ έχουν περνούν στα οποία έχει συμβεί κάτι και τα οποία καλούμαστε να προστατεύσουμε, πως δεν ζητούμε λεπτομέρειες για να γίνουμε παραβιαστικοί, αλλά για τη δική τους προστασία, πως είναι εξαιρετικά αποδεκτό να πουν “δεν θυμάμαι” ή “δεν είμαι σίγουρος”. Μέσα από το συμβολικό παιχνίδι και τις κούκλες –έχουμε ένα κουκλόσπιτο–, μπορεί ένα παιδί να περιγράψει πράξεις, ένα άλλο να γράψει τα συναισθήματά του για τον μπαμπά που το κακοποιούσε, άλλο να τα ζωγραφίσει και άλλο να θέλει να μας μιλήσει στο αυτί για να μην ακούσει κανείς, χωρίς να υπάρχει κάποιος άλλος», προσθέτει η κ. Κωστάκου.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΣ ΔΕΣΜΟΣ

Το κενό που υπάρχει στη χώρα μας σχετικά με προγράμματα υποστηρικτικής παρέμβασης έρχεται να καλύψει ο πρώτος πρότυπος ξενώνας θεραπείας και αποκατάστασης για κακοποιημένα και παραμελημένα παιδιά (ηλικίας 0-5 ετών) των παιδικών χωριών SOS. «Φιλοξενούμε αυτή στη στιγμή 16 παιδιά, τα οποία, συνήθως έρχονται σε μας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, καθώς έχει κριθεί πως αυτά πρέπει να απομακρυνθούν προσωρινά από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Κατά τη διάρκεια φιλοξενίας τους εδώ –που δεν ξεπερνάει τους 18 μήνες– δουλεύουμε θεραπευτικά τόσο με τα παιδιά όσο και με τη βιολογική οικογένεια, βάζοντας ως προτεραιότητα την επιστροφή των παιδιών σε αυτήν και αν αυτό δεν είναι ωφέλιμο για αυτά να πάνε σε μια ανάδοχη οικογένεια», μας εξηγεί ο ψυχολόγος Ανδρέας Μποζώνης, υπεύθυνος του ξενώνα. «Ρίχνουμε το κέντρο βάρους στο να σχηματίσουν τα παιδιά έναν επανορθωτικό δεσμό με το πρόσωπο, τον παιδαγωγό που τα φροντίζει, ώστε να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους προς τη φροντίδα και τους ενηλίκους και προσκαλούμε τους γονείς να αναλαμβάνουν και εκείνοι όλο και περισσότερο έναν τέτοιο ρόλο, να παίζουν με τα παιδιά τους. Πολύ συχνά, οι γονείς των παιδιών έχουν μεγαλώσει οι ίδιοι σε κακοποιητικά περιβάλλοντα και επαναλαμβάνουν αυτό το πρότυπο, δεν τους είναι ξεκάθαρο ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος.  Προσπαθούμε να αναγνωριστεί, καταρχάς, από τους γονείς το δικό τους τραύμα, οι δικές τους ανάγκες που έμειναν ξεκρέμαστες καθώς μεγάλωναν και να γίνει μία σύνδεση με τη δική τους σχέση με τα παιδιά. Χαρακτηριστικά, έχουν έρθει παιδιά εδώ ηλικίας τεσσάρων και πέντε χρόνων, που δεν είχαν αναπτύξει το λόγο τους όχι γιατί είχαν κάποιο αναπτυξιακό πρόβλημα, αλλά γιατί ήταν βαριά παραμελημένα, δεν τους απευθύνονταν και δεν τους μιλούσαν καν οι γονείς τους. Και όμως, μέσα σε τρεις τέσσερις μήνες έχουν χτίσει το λόγο τους. Βλέποντας οι γονείς τα παιδιά  τους να αναπτύσσονται και να αποκτούν δεξιότητες που δεν τις αναγνώριζαν μετακινούνται συχνά και οι ίδιοι. Μπορεί ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί να είναι πολύ αποσυρμένο και επιθετικό γιατί έτσι έχει μάθει να σχετίζεται, μέσα από αυτήν την επιθετικότητα εκφράζει την ανασφάλειά του. Το ζήτημα είναι πώς θα το υποδεχθεί το έμπειρο πρόσωπο φροντίδας, πώς θα το μεταβολίσει και θα το οριοθετήσει, ώστε το παιδί να εσωτερικεύσει ένα άλλο πρότυπο σχέσης», καταλήγει ο κ. Μποζώνης.

ΓΟΝΕΪΚΗ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ

Ένα πρόγραμμα ψυχοεκπαίδευσης και στήριξης των γονέων που βρίσκονται σε κίνδυνο κακοποίησης και παραμέλησης ή ακόμη κι αν εκδηλωθούν κακοποιητικές συμπεριφορές του γονιού πριν αυτές εδραιωθούν στη σχέση του με το παιδί, το «Βήμα», υλοποιεί η οργάνωση «Ένα παιδί, ένας κόσμος» (σε συνεργασία με το ΕΛΙΖΑ). «Πρόκειται για ένα στοχευμένο πρόγραμμα για ευάλωτες μαμάδες με παιδιά ηλικίας 0-5 ετών και βρίσκονται σε μεγαλύτερο ρίσκο για κακοποίηση», μας λέει η  ψυχολόγος  και συντονίστρια του προγράμματος Κατερίνα Υδραίου.  «Για παράδειγμα, οικογένειες που είναι πολύ αποκλεισμένες κοινωνικά, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, που προέρχονται από περιβάλλοντα όπου η σωματική τιμωρία θεωρείται ένας θεμιτός τρόπος νουθέτησης των παιδιών», συμπληρώνει η κοινωνική λειτουργός Ρομίνα Θηβαίου. «Καταρτίζουμε ένα εξατομικευμένο πλάνο για την κάθε οικογένεια. Μπορεί να χρειαστεί να παραπεμφθεί η μητέρα σε εξειδικευμένη υπηρεσία για ψυχιατρική εκτίμηση ή να απαιτείται πρώτιστα να δοθούν στην οικογένεια κουπόνια για το φαγητό. Μεγάλο κομμάτι της συμβουλευτικής αφορά  το ποιες είναι οι ανάγκες του παιδιού σε κάθε αναπτυξιακή φάση», τονίζει η κ. Υδραίου. «Για παράδειγμα, μια μητέρα, μας έλεγε για το δίχρονο παιδί της: “Δεν μπορεί να καταλάβει ότι εγώ είμαι κουρασμένη και, ενώ του λέω άσε με ήσυχη, εκείνο θέλει να παίξει μαζί μου” και το χτυπούσε», φέρνει στο νου της η κ. Θηβαίου. «Έπρεπε να δουλέψουμε με αυτή τη μητέρα γιατί το παιχνίδι είναι χρήσιμο για τα παιδιά, γιατί χρειάζεται να παίζουν  γονείς μαζί τους. Βασικό σκέλος, επίσης, είναι να ενδυναμώσουμε τον γονέα να σταθεί στο ρόλο του. Εσύ θυμώνεις και το χτυπάς το παιδί σου να κάνει ησυχία. Τι πιστεύεις ότι γίνεται όταν το χτυπά; Τι αισθάνεται όταν το χτυπάς; Θα το θυμάται αργότερα; Πιστεύεις ότι έχει σχέση με το ότι χτυπάει μετά το αδερφάκι του;  Ζητήματα που, ενδεικτικά, δουλεύουμε, να βάλουμε δηλαδή το γονιό σε μια μετα-προοπτική να δει το ρόλο του και αν αυτό που κάνει είναι διευκολυντικό για το παιδί, και έτσι μετατοπίζονται», προσθέτει η κ. Υδραίου.

Την αδήριτη ανάγκης αναγνώρισης των βρεφών και παιδιών που υφίστανται κακοποίηση και παραμέληση επισημαίνει από τη πλευρά της η δρ. παιδιατρικής Αλεξάνδρα Σολδάτου, επικεφαλής της Μονάδας Φροντίδας για την Ασφάλεια των Παιδιών, της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του ΕΚΠΑ, που ιδρύθηκε στο Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού», το 2018 (με τη στήριξη του ΕΛΙΖΑ). Πρόκειται για τον πρώτο νοσοκομειακό χώρο στη χώρα για την ανίχνευση παιδιών με υποψία κακοποίησης. «Σύμφωνα με μία αμερικανική μελέτη, ένα στα τρία κακοποιημένα παιδάκια τα οποία ήρθαν με πολύ σοβαρό τραυματισμό στο νοσοκομείο και χρειάστηκαν εντατική νοσηλεία είχαν πρωτύτερα εξεταστεί από γιατρό ο οποίος είχε βρει έστω μία μελανιά, αλλά δεν έκανε τίποτε. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι αν επέμβουμε έγκαιρα όταν το παιδί έχει κάτι έλασσον και με τις κατάλληλες παρεμβάσεις στην οικογένεια μπορούμε να προλάβουμε τα χειρότερα. Κι αυτό γιατί φαίνεται πως τα φαινόμενα της βίας λειτουργούν κλιμακωτά. Η βία στην αρχή σιγοβράζει και, στη συνέχεια, κλιμακώνεται και ενισχύεται», μας λέει η κ. Σολδάτου.

«Το πρώτο βήμα που έχουμε κάνει είναι ότι οι υπόλοιποι γιατροί που εργάζονται στο νοσοκομείο, κάθε ειδικότητας, έχουν ευαισθητοποιηθεί ώστε να ανιχνεύουν κάποιο σύμπτωμα ή σημάδι που να παραπέμπει σε κακοποίηση ή παραμέληση, ενώ το δεύτερο είναι η σωστή αξιολόγηση των παιδιών που ανιχνεύονται από το προσωπικό του νοσοκομείου, που γίνεται στο χώρο της μονάδας μας,. Μια ομάδα παιδιών τα εξετάζουμε και στο εξωτερικό μας ιατρείο, σε συνεργασία με εργαστήριο ιατροδικαστικής του πανεπιστημίου. Ενώ πριν από την ίδρυση της μονάδας, υποβάλαμε τρεις με τέσσερις αναφορές το χρόνο στις εισαγγελικές αρχές για υποψία κακοποίησης, μόνο μέσα στον Αύγουστο εξετάσαμε πάνω από δέκα παιδιά. Φιλοδοξούμε να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα παρέμβασης  με τακτικές επισκέψεις στα σπίτια εκείνων των οικογενειών που αντιμετωπίζουν προβλήματα πριν καν εκτεθεί το παιδί τους σε κακοποίηση, μία επιτήρηση και παρακολούθηση της οικογένειας που θα συνεχίζεται μέχρι να εισέλθει στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο κολικός. Το παιδί, χωρίς να είναι άρρωστο, μπορεί να κλαίει και για δύο ώρες. Αυτό το κλάμα μπορεί να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα στους γονείς που, προσπαθώντας να το ηρεμήσουν, το τραντάζουν προκαλώντας βίαιο τραυματισμό τη κεφαλής. Εδώ έρχεται ο καίριος ρόλος του επισκέπτη υγείας. Τέτοια προγράμματα έχουν αναπτυχθεί σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου», τονίζει η κ. Σολδάτου.

ΜΟΝΑΔΕΣ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ

«Φανταστείτε πως στις ΗΠΑ υπάρχουν 900 τέτοιες μονάδες ανίχνευσης κακοποίησης και στην Τουρκία 40. Ήδη, ξεκινάμε τη δημιουργία της δεύτερης μονάδας στο νοσοκομείο “Αττικόν”. Ο στόχος μας είναι να υπάρχει μία τέτοια μονάδα σε καθεμιά από τις δώδεκα πανεπιστημιακές παιδιατρικές κλινικές.  Επιδιώκουμε είναι να εντοπίζονται όλα εκείνα τα περιστατικά παιδικής κακοποίησης που μέχρι σήμερα δεν τα πιάνει το ραντάρ. Προς τούτο, έχουμε εκπαιδεύσει πάνω από 5.000 επαγγελματίες, γιατρούς, εκπαιδευτικούς, αστυνομικούς, δικαστικούς, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, φτιάχνοντας εξειδικευμένα προγράμματα για κάθε κατηγορία χωριστά», σημειώνει, από την πλευρά της, η κ. Αφροδίτη Στάθη, διοικητική διευθύντρια του ΕΛΙΖΑ.