Shedia

EN GR

01 Φεβρουαρίου 2021

Τα νησιά της ιστορίας

Συνεπαρμένη από τα ταραγμένα χρόνια του προηγούμενου αιώνα στον τόπο μας, μία φημισμένη βρετανίδα συγγραφέας εξηγεί πώς θέτει τη φαντασία της στην υπηρεσία της ιστορικής γνώσης, τι τη δένει με την Ελλάδα και μας καλεί να ρισκάρουμε για να αλλάξουμε ρότα στη ζωή μας.
 
Συνέντευξη της Βικτόριας Χίσλοπ στη Μαρία Παπαδοδημητράκη
 
Ως παιδιά επισκεπτόμασταν με το ζόρι εκείνο το μικρό νησί κοντά στην Ελούντα, που έμελλε να γίνει γνωστό σε όλο τον κόσμο μέσα από ένα μπεστ σέλερ μυθιστόρημα. Τώρα, ενήλικοι πια, νιώθουμε ένα βάρος να μας πλακώνει, κάθε φορά που φέρνουμε στο νου τους ανθρώπους που έζησαν εκεί. Μπορεί η Σπιναλόγκα να υπήρξε μια μαύρη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας μας, ωστόσο για τη δημοσιογράφο Βικτόρια Χίσλοπ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης, χαρίζοντάς της τον τίτλο της κορυφαίας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέα στα βρετανικά βραβεία βιβλίου το 2007, εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο και χιλιάδες φανατικούς θαυμαστές στην Ελλάδα. 
 
Σήμερα, η Βικτόρια Χίσλοπ είναι πρέσβειρα για την καταπολέμηση της λέπρας, ενώ πριν από λίγο καιρό έλαβε τιμητικά με προεδρικό διάταγμα την ελληνική ιθαγένεια για τη συμβολή της στην «παγκόσμια προβολή του μνημείου της Σπιναλόγκας και την ανάδειξη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού». Συμμετείχε, δε, στην επιστολή που έστειλαν προσωπικότητες της πολιτικής, των γραμμάτων και των τεχνών της Μεγάλης Βρετανίας στους «Times» του Λονδίνου, εκφράζοντας την ανησυχία τους για την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κουβέντα με την Ελληνίδα Βικτόρια Χίσλοπ περιστράφηκε περισσότερο για πολιτική και λιγότερο για βιβλία. 
 
Φωτογραφία Bill Waters
 
Πόσο σημαντική είναι η ελληνική ιθαγένεια για σας;
Η σχέση μου με την Ελλάδα είναι πολύ δυνατή και ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια. Καταρχάς, μου αρέσει ως χώρα και, επιπλέον,  όταν γράφω για την Ελλάδα, θέλω να βρίσκομαι στην Ελλάδα. Ο τόπος αυτός αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης και δουλεύω πολύ όταν είμαι εδώ. Τώρα πια έχω αποκτήσει και φίλους. Νιώθω Ελληνίδα και είναι μεγάλη τιμή για μένα το ότι μου δόθηκε η ελληνική ιθαγένεια. Με δένει περισσότερο με τον τόπο. Μάλιστα, το να έχω τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η τιμή αυτή είναι για μένα μεγάλη ευθύνη και παίρνω πολύ σοβαρά τον νέο μου ρόλο.
 
Πώς απαντάτε σε όλη αυτή την κριτική που δέχονται οι Έλληνες τα τελευταία 10 χρόνια;
Γίνομαι αμυντική, όταν άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο επικρίνουν την Ελλάδα. Εν μέρει αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι η κριτική είναι συχνά άδικη. Ωστόσο, ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι ότι λίγοι γνωρίζουν την πρόσφατη ιστορία της χώρας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που γράφω τα βιβλία που γράφω. Προσπαθώ να βάλω σε ένα πλαίσιο τη σύγχρονη κατάσταση της Ελλάδας, μιας χώρας που η ζωή δεν ήταν ποτέ εύκολη, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι ο μέσος Έλληνας δεν είχε μια στιγμή ανάπαυλας ανάμεσα στις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που προκλήθηκαν από την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, τη ναζιστική κατοχή, τον εμφύλιο πόλεμο, τη δικτατορία και ούτω καθεξής.
 
Τι μπορεί να «διδάξει» το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ελλάδα και το αντίστροφο;
Αυτά που πιθανώς θα έλεγα πριν από δύο χρόνια για το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρώ ότι δύσκολα θα τα έλεγα σήμερα. Πολλά έχουν αλλάξει μετά την άνοδο του Μπόρις Τζόνσον. Πριν από αυτήν, θα έλεγα ότι οι πολιτικοί στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν αξιόπιστοι και αξιοσέβαστοι. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Επίσης, ήμασταν καλοί στην οργάνωση, είχαμε τάξη, αλλά ούτε αυτό φαίνεται να ισχύει πια. Η πανδημία του κορωνοϊού αντιμετωπίστηκε πολύ άσχημα και όλοι γνωρίζουμε πλέον τα αποτελέσματα της κακής οργάνωσης και της ηλιθιότητας. Νομίζω ότι η Ελλάδα έχει περισσότερα να διδάξει το Ηνωμένο Βασίλειο, ειδικά όσον αφορά αποφάσεις σχετικά με την πανδημία. Έχετε λάβει σαφή και λογικά μέτρα, με αποτέλεσμα να έχουν σωθεί ζωές.
 
Πώς βλέπετε την πολιτική κατάσταση σήμερα;
Θεωρώ ότι η ισορροπία ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό και ότι ο κίνδυνος παραμονεύει στα άκρα. Η άνοδος στην εξουσία ηγετών όπως ο Τραμπ είναι καταθλιπτική και το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί στέκονται τυφλοί απέναντι στην αλήθεια είναι το πιο τρομακτικό πράγμα από όλα. Όταν η αλήθεια παύει να έχει σημασία, τότε αρχίζουμε να περπατάμε σε έναν πολύ επικίνδυνο δρόμο.
 
 
ΤΟ ΡΙΣΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ
Εάν μπορούσατε να γράψετε μια επιστολή στον νεότερο εαυτό σας, ποια ιστορία από τη ζωή σας θα μοιραζόσασταν μαζί του;
Νομίζω ότι θα έγραφα ένα γράμμα στον δεκαεξάχρονο εαυτό μου. Θα του έλεγα να δείχνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε εκείνον, να έχει περισσότερη αυτοπεποίθηση, να μην αναζητά την έγκριση των ανδρών και να αναλαμβάνει περισσότερα ρίσκα. Τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ήταν μια εποχή που οι γυναίκες εξακολουθούσαν να αισθάνονται υποτακτικές στους άνδρες. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε, και χαίρομαι γι’ αυτό.
Όσο για το τι θα μοιραζόμουν μαζί του; Τη συγγραφή του πρώτου μου μυθιστορήματος, γιατί δείχνει ότι, μόλις πήρα το ρίσκο, όλα στη ζωή μου έγιναν καλύτερα και ήμουν πιο ευτυχισμένη. Η ανάληψη ρίσκου είναι συχνά ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε κατεύθυνση και να προοδεύσουμε στη ζωή.
 
Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε ιστορικά βιβλία, μιας και αρκετές φορές οι ιστορίες σας εξελίσσονται στο πλαίσιο σημαντικών γεγονότων;
Είναι σημαντικό το να γνωρίζουμε την ιστορία μας, το να κατανοούμε το παρελθόν μιας χώρας και να εξετάζουμε τα λάθη που έγιναν, ώστε να μάθουμε από αυτά. 
Εγώ δουλεύω χρησιμοποιώντας κυρίως τη φαντασία μου και όχι τόσο τη λογική. Μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος, πλάθεις χαρακτήρες, ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα της ιστορίας. Η συγγραφή βιβλίων ιστορίας απαιτεί ένα πολύ διαφορετικό είδος δουλειάς, πρόκειται για ακαδημαϊκή εργασία και δεν θεωρώ τον εαυτό μου ακαδημαϊκό.
 
ΑΝΕΠΙΓΝΩΣΤΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ
Πόσο σας αιφνιδίασε η επιτυχία του πρώτου σας βιβλίου, που έγινε μπεστ σέλερ;
Η επιτυχία του με μπερδεύει μερικές φορές. Είναι μια πολύ ξεκάθαρη και απλή αφήγηση με θέμα την επιβίωση και την ελπίδα. Χωρίς να το αντιλαμβάνομαι τότε, έγραψα κάτι από το οποίο οι άνθρωποι πήραν παρηγοριά.
 
Πιστεύετε ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της κρίσης που βιώνουμε σήμερα και της ζωής των ανθρώπων στη Σπιναλόγκα, την εποχή που ήταν τόπος εξορίας των χανσενικών; 
Η απομόνωση που πολλοί άνθρωποι βίωσαν τους τελευταίους μήνες θυμίζει πολύ την κατάσταση στη Σπιναλόγκα. Στις μέρες μας, μαθαίνουμε να ζούμε με μια ανίατη ασθένεια, όπως οι κάτοικοι του νησιού αυτού, περιμένοντας τη θεραπεία, ελπίζοντας για θεραπεία. Ναι, νομίζω ότι βιώνουμε μια παρόμοια κατάσταση, αλλά πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι ότι σύντομα θα υπάρξει θεραπεία, όπως υπήρξε για τη λέπρα.
 
Θυμάστε κάποια ιστορία από «Το Νησί» που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας; 
Έψαχνα να βρω ένα κοινό ελληνικό επώνυμο, το αντίστοιχο του αγγλικού Σμιθ. Κάθισα, λοιπόν, μια μέρα σε ένα καφενείο και ζήτησα τον τηλεφωνικό κατάλογο. Πρέπει να το θεωρούσαν παράξενο, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω ούτε να διαβάσω ελληνικά. Βρήκα, ωστόσο, μια ενότητα με το ίδιο επώνυμο σε αρκετές σελίδες και κατάφερα να το μεταγράψω, ήταν το Πετράκης. Όταν πια βγήκε το βιβλίο, σε μια παρουσίαση, νομίζω στο Ρέθυμνο, εμφανίστηκαν τουλάχιστον πέντε γυναίκες με το όνομα Μαρία Πετράκη. Ήταν γραφτό να συμβεί. Γι’ 'αυτόν ακριβώς τον λόγο είχα χρησιμοποιήσει το όνομά τους.
 
 
ΤΟ ΑΝΕΜΦΑΝΙΣΤΟ ΦΙΛΜ
Τι σήμαινε για σας η συγγραφή του «Καρτ ποστάλ από την Ελλάδα», όπως και της συνέχειας του «Νησιού», του βιβλίου «Μια αυγουστιάτικη νύχτα»;
Διασκέδασα πολύ με τη συγγραφή του «Καρτ ποστάλ από την Ελλάδα» (σ.σ. το βιβλίο είναι γεμάτο με ένθετες φωτογραφίες του Αλέξανδρου Κακολύρη),γιατί περιέχει περισσότερα στοιχεία από τη σημερινή Ελλάδα σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία μου και επιπλέον μπόρεσα να εξελιχθώ, να χρησιμοποιήσω τη φαντασία μου με έναν νέο τρόπο. Όσο για τη συνέχεια του «Νησιού», μου επέτρεψε να δώσω νέα ζωή σε χαρακτήρες που ακόμα φανταζόμουν ότι περιπλανιούνται στη γη. Όταν ολοκληρώνεις τη συγγραφή ενός βιβλίου, οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες είναι ακόμα εκεί, ζουν τη ζωή τους και μου άρεσε που τους συνάντησα ξανά. Ήταν σαν να βρίσκω μια παλιά φωτογραφική μηχανή με ένα φιλμ που δεν είχα εμφανίσει και τώρα το πήγαινα στο σκοτεινό θάλαμο για επεξεργασία. 
 
Τα βιβλία σας περιστρέφονται γύρω από πικρές περιόδους της ελληνικής ιστορίας.* Γιατί επιλέγετε να γράφετε για αυτούς τους καιρούς και για γεγονότα που δεν έχετε βιώσει;
Θέλω να μάθω περισσότερα για την ελληνική ιστορία και γι’ αυτό διαβάζω, παρατηρώ και προσπαθώ να καταλάβω τι έχει συμβεί. Στη συνέχεια, είναι φυσικό για μένα όλα αυτά να προσπαθώ να τα μετατρέψω σε μυθοπλασία. Όσον αφορά το γιατί γράφω για τα «πικρά» και συχνά συγκλονιστικά χρόνια της ελληνικής ιστορίας, φαίνεται ότι υπήρξαν τεράστια εμπόδια για την Ελλάδα τον 20ο αιώνα και η προσπάθεια να καταλάβω πώς αυτά ξεπεράστηκαν με συνεπαίρνει.
 
Κλείνοντας τη συνέντευξή μας, η κ. Χίσλοπ στάθηκε στο ζήτημα της αστεγίας, αλλά και στο ρόλο των περιοδικών  δρόμου: «Η έλλειψη στέγης είναι κάτι το τρομερό και αποτελεί ντροπή για οποιαδήποτε χώρα στον αναπτυγμένο κόσμο. Όλοι πρέπει να έχουν μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Το πρόβλημα της αστεγίας στο Λονδίνο ίσως είναι εντονότερο απ’ ό,τι στην Αθήνα. Ντρέπομαι κάθε φορά που βλέπω κάποιον να κοιμάται κάτω από μια κουβέρτα στην εξώπορτα ενός σπιτιού. Ξέρω ότι κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία, το προσωπικό του “ταξίδι” που τον οδήγησε σε αυτήν τη δύσκολη κατάσταση. Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους βοηθήσουμε.
 
Τα περιοδικά δρόμου είναι μια εξαιρετική πρωτοβουλία. Μάλιστα, αυτό που κυκλοφορεί στο Λονδίνο, το “Big Issue”, θεωρείται υψηλής ποιότητας και έχει πουλήσει πάνω από 200 εκατομμύρια αντίτυπα. Επιπλέον, η πώλησή του έχει βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να βρουν ξανά την χαμένη τους αυτοεκτίμηση, κερδίζοντας ταυτόχρονα μερικά χρήματα χωρίς να επαιτούν. Το περιεχόμενό του, δε, είναι ιδιαίτερα καλό, καθώς περιλαμβάνει άρθρα που «ξεβολεύουν», βγάζουν τον άνθρωπο από τη βολή του». 
 
*«Το Νησί» μιλά για τη ζωή μιας οικογένειάς που συνδέεται με το νησί της Σπιναλόγκας. «Το Νήμα» διηγείται την ταραγμένη ιστορία της Θεσσαλονίκης και των ανθρώπων της, στο «Όσοι αγαπιούνται» η κατοχική Ελλάδα και ο εμφύλιος είναι το ιστορικό πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ιστορία, ενώ «Η Ανατολή» αναπλάθει τη μοίρα της Αμμοχώστου την περίοδο 1972-1974. 
 
Το νησί των λεπρών 
Η Σπιναλόγκα είναι ένα μικρό νησί κοντά στην Ελούντα, στη βορειοανατολική πλευρά της Κρήτης. Έγινε γνωστή ως το νησί των λεπρών, καθώς τον Μάιο του 1903 ιδρύθηκε εκεί Λεπροκομείο, στο οποίο μεταφέρθηκαν από διάφορα μέρη της μεγαλονήσου οι ασθενείς που είχαν προσβληθεί από τη νόσο του Χάνσεν. Αργότερα, δε, αναγνωρίστηκε ως διεθνές λεπροκομείο. Η Σπιναλόγκα «έκλεισε» στις 22 Ιουνίου του 1957, όταν οι τελευταίοι ασθενείς μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και οι υπόλοιποι είχαν ήδη θεραπευτεί. Μάλιστα, την περίοδο της γερμανικής και της ιταλικής κατοχής, στο νησάκι αυτό δεν «πάτησαν» οι κατακτητές. Η παρακολούθηση των κατοίκων γινόταν από το χωριό της Πλάκας, το οποίο βρίσκεται ακριβώς απέναντι.