Shedia

EN GR

01 Απριλίου 2020

Περικλής Μουρίκης

 

«Τα χαμόγελα που ανταλλάσσουμε  με τον κόσμο μου δίνουν πολύ μεγάλη ενέργεια. Συνειδητοποίησα ότι δεν σταμάτησε η ζωή στα 58 μου χρόνια».

Γεννήθηκα το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Όταν ήμουν δύο χρονών, ο πατέρας μου μας παράτησε. Από τότε δεν τον ξαναείδα. Ούτε ρώτησα  ποτέ τη μητέρα μου για τους λόγους της φυγής του ούτε εκείνη μου εξήγησε. Από την ηλικία των έξι χρόνων, έκανα κοπάνες από το σχολείο. Ήμουν πολύ ατίθασο παιδί. Θυμάμαι ότι δεν έλεγα στους συμμαθητές μου ότι ο πατέρας μου μας έχει αφήσει, αλλά πως είχε βρει δουλειά στο εξωτερικό. Η μητέρα μου, μου εργαζόταν όλη μέρα, πότε ως καθαρίστρια και πότε  ως εργάτρια, αδυνατώντας να με φροντίσει, με έβαλε σε ένα ορφανοτροφείο στη Βέροια. Ερχόταν να με βλέπει όποτε είχε χρόνο. Έμεινα μέχρι που έβγαλα το δημοτικό. Είχαμε σχολείο μέσα στο ίδρυμα. Η αλήθεια είναι πως δεν έπαιρνα τα γράμματα. Δεν συνέχισα στο γυμνάσιο, καθώς κόπηκα στις εισαγωγικές εξετάσεις. Την ίδια εποχή, επέστρεψα στο σπίτι μου, όπου είχα αναλάβει να προσέχω τον νεογέννητο αδερφό μου – η μητέρα μου είχε, εντωμεταξύ, ξαναπαντρευτεί. Στην ηλικία των δεκαπέντε χρόνων, έπιασα δουλειά, ώστε να συμβάλω στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Ήταν σε ένα γουναράδικο. Τέντωνα τις γούνες σε τελάρα για να στεγνώσει το δέρμα. Δεν έκατσα, όμως, πάνω από ένα μήνα, γιατί ήθελαν κάποιον με μεγαλύτερη εμπειρία.  Η επόμενή μου δουλειά ήταν σε ένα κατάστημα που έφτιαχνε κουμπότρυπες για σακάκια και παντελόνια. Γύριζα τα μαγαζιά με το καρότσι και πήγαινα τα ρούχα στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Αυτή μου η απασχόληση κράτησε τρία χρόνια, καθώς εκείνος βγήκε στη σύνταξη και το μαγαζί έκλεισε, οπότε και εργάστηκα, αρχικά, σε ένα εργοστάσιο που τύπωνε κεντήματα και, στη συνέχεια, σε ένα βαφείο μαλλιών για κουβέρτες και παπλώματα. Εκεί δούλεψα επτά χρόνια, μέχρι το κλείσιμό του. Τότε, ξεκίνησε για μένα η ενασχόλησή μου με την οικοδομή. Στην αρχή ως βοηθός και, αργότερα, ως εργατοτεχνίτης. Όποιος πει πως είναι εύκολη δουλειά η οικοδομή, το να ανεβαίνεις σε τετραώροφα κτίρια μέσα στον αέρα και τη βροχή, θα πει ψέματα.

Εκείνη την περίοδο, γνώρισα και τη μετέπειτα σύζυγό μου. Είχα επισκεφτεί έναν συνάδελφό μου να πιούμε έναν καφέ. Γνωριστήκαμε στο σπίτι του, ήταν γειτόνισσά του. Ερωτευτήκαμε ο ένας τον άλλον από την αρχή. Εκείνη δούλευε σε μία βιοτεχνία ρούχων, αλλά μόλις έμεινε έγκυος στην πρώτη μας κόρη σταμάτησε για να αναλάβει το μεγάλωμα του παιδιού. Η μεγάλη γεννήθηκε το 1990 και η μικρή τρία χρόνια αργότερα, η οποία έχει αναπηρία άνω του 67% και έχει ανάγκη τη φροντίδα μας. Τα χρήματα που έβγαζα, εκείνη την εποχή, έφταναν και περίσσευαν για την οικογένεια. Με τη γυναίκα μου είμαστε μαζί 30 ολόκληρα χρόνια. Παλικάρια ο ένας δίπλα στον άλλον, στα δύσκολα και τα εύκολα. Είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια. Στέκομαι πάντοτε στο πλευρό των παιδιών μου. Επειδή είχα βιώσει την πατρική εγκατάλειψη, δεν ήθελα εκείνα να τη νιώσουν ποτέ. Μόλις ο εργολάβος με τον οποίο συνεργαζόμουν συνταξιοδοτήθηκε και καθώς η κρίση στο χώρο της οικοδομής είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της, αναγκάστηκα να  την αφήσω. Για 14 χρόνια, δούλευα σε ένα εργοστάσιο κατασκευής παρκέ. Εγώ χειριζόμουν τον καταρράκτη, το μηχάνημα πρίσης των κορμών. Μέχρι που οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου το μετέφεραν στη Ρουμανία. Τελικά, βρήκα δουλειά σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης στο Πλατύ Ημαθίας. Υπήρχε λεωφορείο του εργοστασίου που πηγαινοέφερνε τους εργαζομένους που ήμασταν από τη Θεσσαλονίκη. Στο εργοστάσιο, όμως, εργαζόμουν ως εποχιακός, δυο τρεις μήνες το χρόνο, και, καθώς δεν μου έφταναν τα χρήματα, έκανα ταυτόχρονα διάφορες δουλειές του ποδαριού, πότε να βοηθάω σε ανακαινίσεις και μετακομίσεις, πότε να πηγαίνω σε γνωστούς σε γειτονικά χωριά και να τους κόβω ξύλα με το αλυσοπρίονο.

Όταν, όμως,  πριν από ένα χρόνο, έκλεισε η βιομηχανία ζάχαρης, η κατάσταση, που ήταν ήδη δύσκολη, έγινε ακόμη χειρότερη. Δεν μπορούσα να πληρώσω το νερό, το ρεύμα, τα καθημερινά ψώνια, είχαν συσσωρευτεί χρέη. Ο κουνιάδος  μου, που εργαζόταν στη «σχεδία», με προέτρεψε να έρθω και εγώ. Το πρώτο διάστημα με το κόκκινο γιλέκο, ήμουν λιγάκι επιφυλακτικός. Σιγά σιγά, όμως, ξεθάρρεψα. Μου έδωσε ώθηση η αγάπη του κόσμου. Τα χαμόγελα που ανταλλάσσουμε μου δίνουν πολύ μεγάλη ενέργεια. Συνειδητοποίησα ότι δεν σταμάτησε η ζωή στα 58 μου χρόνια. Όπου πήγαινα να αναζητήσω δουλειά, όλοι με απέρριπταν, λόγω ηλικίας. Προσπαθούσα να μην το δείχνω στην οικογένειά μου, αλλά είχα αρχίσει να απογοητεύομαι. Πλέον, έχω ανακτήσει την ελπίδα. Φέρνω ένα μεροκάματο στο σπίτι. Κατάφερα, μάλιστα, με τα χρήματα που αντλώ από την πώληση του περιοδικού, σιγά σιγά, να ξεχρεώσω και το ρεύμα. Στόχος μου είναι να μπορέσω να βρω μια δουλειά, τη «σχεδία» τη βλέπω ως κάτι το προσωρινό.