Shedia

EN GR

01 Μαρτίου 2020

Μπουρνάντζε Νοντάρι

 

Γεννήθηκα το 1961 στο χωριό Τσεράκβι στη Γεωργία. Ένας τόπος που δεν είχε θάλασσα, μόνο πράσινο και πέτρα. Μεγάλωσα, όμως, στην πόλη Μαρνεούλι, 50 χιλιόμετρα μακριά από το χωριό αυτό. 

Εκεί τελείωσα το λύκειο. Αν και οι γονείς μου είχαν πτυχίο ανώτaτης εκπαίδευσης, εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα να συνεχίσω στο πανεπιστήμιο. Οι σπουδές δεν ήταν το όνειρό μου. Ούτε το σχολείο με ενδιέφερε τόσο. Προτιμούσα να παίζω χαρτιά με τους συμμαθητές μου, αντί να πηγαίνω στα μαθήματα. Μαζευόμασταν μια παρέα και στοιχηματίζαμε ό,τι μικροποσό είχε ο καθένας πάνω του. Όταν κάποια στιγμή σκέφτηκα να επιστρέψω στα θρανία, ήταν πλέον αργά. Όσοι με γνώριζαν έλεγαν ότι είχα μυαλό, αλλά δεν λειτουργούσε.

Ως παιδί περνούσα πολύ χρόνο στο χωριό μαζί με τη γιαγιά και τον παππού μου. Είχαν ζώα και καλλιεργούσαν τη γη. Συνήθιζα να τους ακολουθώ παντού και παρατηρώντας τους έμαθα πώς φτιάχνεται το βούτυρο και το τυρί. Μου άρεσε πολύ η ζωή στην εξοχή, γιατί, πέρα από την επαφή με τη φύση, όλη την ώρα έτρωγα και έπαιζα με τα άλλα παιδιά.

Μετά το σχολείο πήγα φαντάρος. Έκατσα δύο χρόνια στη Σιβηρία, από το 1979 μέχρι το 1981. Μόλις τελείωσα, ξεκίνησα να δουλεύω σε λατομείο. Βαριά και κουραστική δουλειά, αλλά τα λεφτά ήταν καλά. Μάζεψα χρήματα και πήγα στη Μόσχα. Ήμουν περίεργος να δω πώς ζούσαν οι άνθρωποι εκεί και κόλλησα. Για πέντε χρόνια έμενα σε κέντρο ημέρας. Για να επιβιώσω έπαιζα τον «παπά» στο δρόμο και έκλεβα ό,τι έβρισκα. Στα 27 μου ξεκίνησα την πρέζα. Η  τότε σύντροφός  μου έκανε χρήση και, με τα πολλά, δοκίμασα και εγώ. Έχασα τη ζωή μου.

Έφυγα από τη Μόσχα, όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση. Έβλεπα το στρατό να παρελαύνει μέσα στην πόλη, τα τανκς, τον φοβισμένο κόσμο. Γύρισα στη Γεωργία, αλλά και εκεί η ζωή ήταν δύσκολη και η εγκληματικότητα υψηλή. Τελικά, επέστρεψα στο χωριό των παππούδων μου και ασχολήθηκα με τα ζώα και τη γη. Έτσι, είχα να φάω. 

Το 1996 η μεγαλύτερη αδερφή μου ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 2002 ήρθα και εγώ. Η δική της επιμονή με έκανε να αφήσω το χωριό. Στην αρχή, λοιπόν, ήρθα με σκοπό να κάτσω λίγο και να φύγω. Είδα, όμως, ότι υπήρχαν δουλειές και έμεινα. Έπιαναν τα χέρια μου και σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισα να εργάζομαι σε οικοδομές. Μόλις άρχισαν τα προβλήματα στο χώρο των κατασκευών, έπιασα δουλειά στα λατομεία στην Καβάλα. Όταν έκλεισαν και αυτά, για αρκετά χρόνια με βοηθούσε η αδερφή μου. 

Τη «σχεδία» την έμαθα από μία ενημέρωση που είχε γίνει στο υπνωτήριο του δήμου όπου κοιμόμουν. Για να είμαι ειλικρινής, την πρώτη φορά που δοκίμασα να πουλήσω το περιοδικό, έκατσα μόλις μια εβδομάδα. Τώρα είμαι πωλητής πάνω από τρεις μήνες. Στην αρχή ένιωσα λίγο παράξενα, αλλά γρήγορα συνήθισα.

Έχω να φύγω από την Ελλάδα 20 χρόνια. Όταν ήρθα, οι παππούδες και οι γονείς μου είχαν ήδη πεθάνει και δεν υπήρχε ουσιαστικά λόγος να επιστρέψω στη Γεωργία. Τώρα ο μόνος άνθρωπος που μου έχει απομείνει είναι η αδερφή μου. Χαίρεται που τα πηγαίνω καλά. Οικογένεια δεν έκανα. Η πρέζα ήταν η οικογένειά μου, δεν πρόλαβα να κάνω κάτι άλλο. Όταν «πίνεις», τι οικογένεια να κάνεις; Αν εισαι χρήστης, το παιδί σου πώς θα μεγαλώσει; 

Μόλις τελειώσω τη δουλειά μου, πηγαίνω στο κέντρο ημέρας και μετά στο υπνωτήριο. Έτσι γεμίζουν οι μέρες μου. Μερικές φορές στο δρόμο για το κέντρο σταματάω για να πιω έναν χυμό. Φίλους είχα, αλλά δεν θέλω να τους συναντήσω. Είναι και εκείνοι χρήστες –ποιος θα έκανε παρέα έναν χρήστη, πέρα από έναν άλλο χρήστη;– και θέλω να κρατηθώ όσο πιο μακριά γίνεται από τον κύκλο αυτό. Θέλω να αλλάξω ζωή, να ζήσω. Πολλές φορές σκέφτομαι: «πάλι καλά που έφτασα τα 60» Έχω πρόβλημα στο συκώτι μου από τα ναρκωτικά. Ηπατίτιδα. Δυστυχώς, «έπινα» πολύ. Το έκοβα και ξανακυλούσα. Δύο φορές το έχω κόψει μόνος μου, χωρίς βοήθεια. Τώρα κάνω την έκτη ή έβδομη προσπάθειά μου. Είμαι σε πρόγραμμα απεξάρτησης του ΟΚΑΝΑ και, σταδιακά, μειώνω τα φάρμακα που μας δίνουν. 

Αυτό που θέλω τώρα είναι να καθαρίσω, να βρω μια συντροφιά. Είναι δύσκολο να είσαι μόνος. Και να νοικιάσω σπίτι, τι να το κάνω; Να πηγαίνω μόνο για να φάω; Το σπίτι έχει αξία όταν έχεις κάποιον να πεις μια κουβέντα, να γελάσεις, να τσακωθείς.