Shedia

EN GR

01 Ιουνίου 2020

Γιάννης Κοκκώνης

 

«Όταν πούλησα το πρώτο μου περιοδικό, είπα: “Επιτέλους, ύστερα από τόσα χρόνια άνεργος, έβγαλα κι εγώ τέσσερα ευρώ με τον δικό μου κόπο”».

 

Γεννήθηκα το 1956, στον Πύργο Ηλείας. Έχω τρία αδέρφια, έναν αδερφό και δυο αδερφές. Όταν ήμουν τριών χρόνων, ήρθαμε στην Αθήνα, όπου είχε μετατεθεί ο πατέρας μου, που ήταν αστυνομικός. Ως παιδί, ήμουν κλειστός, δεν είχα πολλές παρέες. Μου άρεσε, βέβαια, να παίζω τα καθιερωμένα, τότε, παιχνίδια στη γειτονιά, ξυλίκι, γκαζάκια. Σε ηλικία 10 ετών, βγήκα να δουλέψω για να συνεισφέρω στο οικογενειακό εισόδημα. Έπιασα εργασία σε μια ΕΒΓΑ. Έκανα διανομή γάλατα και γιαούρτια στα σπίτια. Τελείωσα νυχτερινό δημοτικό, αλλά δεν συνέχισα το σχολείο. Δεν μου άρεσε. Θεωρούσα πολύ αυταρχικό το εκπαιδευτικό σύστημα. Τότε εμείς οι μαθητές τρώγαμε χαστούκια, ξύλο με τη βέργα. Ήταν κάτι που δεν το αποδεχόμουν.

Από μικρός, δούλεψα ως τεχνικός ανελκυστήρων, τοποθετούσα τις καμπίνες, και στην οικοδομή ως μαρμαράς. Έτριβα και λουστράριζα μάρμαρα. Καθώς δεν υπήρχε πολλή δουλειά στην οικοδομή, ένας γνωστός μου, που εργαζόταν σε ναυτιλιακή εταιρεία στον Πειραιά, με προέτρεψε να βγάλω ναυτικό φυλλάδιο. Επειδή στο στρατό ήμουν μάγειρα (συγκεκριμένα στη Λέσχη Αξιωματικών στη Νάουσα) και είχα κάποιες σχετικές γνώσεις, πίστευε πως θα μπορούσα να ξεκινήσω ως βοηθός μάγειρα. Ένα μήνα αφού έβγαλα το φυλλάδιο, έκανα το πρώτο μου ταξίδι. Ήταν 1981. Μεταφέραμε στάρι από το Ρότερνταμ στο Λένινγκραντ και ύστερα πήγαμε στη Βραζιλία, όπου φορτώσαμε καλαμπόκι. Γύρισα όλο τον κόσμο, από τη Ρωσία, ώς την Νέα Ζηλανδία, τη Βιρμανία και τον Καναδά. Το μεγαλύτερο ταξίδι που είχαμε κάνει, θυμάμαι, είχε κρατήσει δυο μήνες, από το Σίδνεϊ στο Αμβούργο. Σε κάθε τόπο που αποβιβαζόμασταν, όσο προλαβαίναμε, προσπαθούσα να περιηγούμαι στα αξιοθέατα. Το μόνο μέρος που δεν μου άρεσε ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στα ταξίδια μου διάβαζα πολύ Καββαδία. Ένιωθα να ταυτίζομαι μαζί του. Τον θεωρούσα αυθεντικό και βαθιά φιλοσοφημένο. Μου άρεσε να πηγαίνω στη γέφυρα του πλοίου και να κοιτάζω το πέλαγος. Μετά από 26 μήνες, και μόλις τρία ταξίδια, αναβαθμίστηκα σε μάγειρα. Στην αρχή, ήμουν αγχωμένος. Ένιωθα μεγάλη την ευθύνη να πρέπει να ετοιμάζω ένα φαγητό γευστικό και καθαρό. Μου είχε πει τότε ο καμαρώτος: «Γιάννη, μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ», και αναθάρρησα, Βέβαια, παρακολουθούσα προσεκτικά και τους μάγειρες που βοηθούσα. Σιγά σιγά, έμαθα τα μυστικά. Ήταν μια δουλειά που την απολάμβανα, κάθε μέρα ζύμωνα και ψωμί.

Όταν έχασα τη μητέρα μου, το 1993, βρισκόμουν στη Νέα Ορλεάνη. Με είχε ειδοποιήσει η εταιρεία με τέλεξ. Δεν προλάβαινα να παραστώ στην κηδεία. Δεν παντρεύτηκα ποτέ. Πίστευα πως δεν συμβιβαζόταν ο γάμος με τη ζωή του ναυτικού, δεν ήθελα να με βλέπουν η γυναίκα και τα παιδιά μου ένα μήνα το χρόνο.

Το τελευταίο μου ταξίδι ήταν το 2004, στην Πολωνία. Τότε η εταιρεία έβαλε ξένη σημαία στο πλοίο (όπως και σε όλα όσα διέθετε) και αντικατέστησε όλο το πλήρωμα. Έτσι βρέθηκα μακριά από τη θάλασσα, που τόσο αγαπούσα. Μου έχει λείψει όλα αυτά τα χρόνια. Στη συνέχεια, για μερικά χρόνια, εργάστηκα στην κουζίνα κάποιων μαγειρείων στον Πόρο, τα Μέθανα και τη Σίφνο, αποκλειστικά την καλοκαιρινή σεζόν. Για ένα μικρό διάστημα, μέχρι να κλείσει, εργάστηκα και σε ένα καφέ στον Άγιο Ιωάννη, στην Αθήνα, ετοίμαζα, πέρα από τους καφέδες, και μικρά σνακ. Από το 2009, ήμουν άνεργος. Έψαχνα για δουλειά, αλλά δεν με έπαιρναν, λόγω ηλικίας. Μου είχε δώσει και ένα μηχανάκι ο αδερφός μου, γιατί έκανα αιτήσεις ως διανομέας, αλλά δεν το χρειάστηκα. Κανείς δεν μου απάντησε θετικά. Ζούσα με τα χρήματα που μου είχαν μείνει από τα ταξίδια και με τη συνδρομή της αδερφής μου. Ευτυχώς, δεν πλήρωνα ενοίκιο, καθώς το σπίτι ήταν δικό της. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, τα χρήματα που είχα στην άκρη, εξαντλήθηκαν.

Τη «σχεδία» την έμαθα τον Ιανουάριο από την τηλεόραση, λόγω της δράσης «Όλοι μαζί μπορούμε». Όταν πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο, αισθάνθηκα κάπως παράξενα, ντρεπόμουν. Πια έχω συνηθίσει, το θεωρώ μια κανονική δουλειά. Όταν πούλησα το πρώτο μου περιοδικό, είπα: «Επιτέλους, ύστερα από τόσα χρόνια άνεργος, έβγαλα κι εγώ τέσσερα ευρώ με τον δικό μου κόπο». Έχω πια τη δυνατότητα να καλύπτω κάποιες βασικές μου ανάγκες, να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, το ρεύμα, και να μη στηρίζομαι αποκλειστικά στην αδερφή μου. Η αγάπη του κόσμου είναι μεγάλη. Είναι ευγενικός, ενδιαφέρεται πραγματικά για μας.