01 Οκτωβρίου 2019

Βασίλης Μαυρομάτης, 34 ετών

 

 

— «Απέκτησα ξανά αυτοπεποίθηση, σταμάτησα να σκέφτομαι το παρελθόν και έφτιαξε η ψυχολογία μου. Δεν είναι μόνο ότι κερδίζω χρήματα, είναι που κάνω επιτέλους μια δουλειά».

 

Γεννήθηκα το Μάιο του 1985 στη Θεσσαλονίκη. Εκεί μεγάλωσα και μέχρι την ηλικία των 30 ετών εκεί ζούσα. Όταν αρρώστησε ο πατέρας μου, χρειάστηκε να μετακομίσει όλη η οικογένεια στην Πέλλα, όπου βρίσκεται το χωριό της μητέρας μου. Εγώ ήμουν φαντάρος την περίοδο εκείνη, αλλά  μόλις τελείωσα τη θητεία μου πήγα και εγώ στο χωριό. Όσο έμεινα εκεί, έκανα διάφορες δουλειές σε χωράφια, αλλά και σε εργοστάσια. 
 
Δεν κατάφερα να τελειώσω το σχολείο. Έφτασα μέχρι το γυμνάσιο. Αναγκάστηκα να το εγκαταλείψω όταν ο πατέρας μου χρειάστηκε λόγω ασθένειας να μείνει στο κρεβάτι και έπειτα να νοσηλευτεί. Τότε αποφάσισα ότι πρέπει να τον φροντίσω και να βάλω σε δεύτερη μοίρα τη δική μου ζωή. Προσπάθησα κάποια στιγμή να επιστρέψω στα θρανία και να ξεκινήσω πάλι μαθήματα σε ένα σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. Ήθελα να τελειώσω την πρώτη λυκείου, για να μπορέσω να σπουδάσω μάγειρας. Όμως, εκεί που έμενα δεν υπήρχε τακτική συγκοινωνία και έτσι αναγκάστηκα και πάλι να σταματήσω. 
Ο πατέρας μου ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος. Είχα καλές σχέσεις μαζί του. Περνούσα ωραία κοντά του. Από την άλλη, οι σχέσεις μου με τη μητέρα μου δεν ήταν και δεν είναι καλές. Μάλιστα, μετά το θάνατο του πατέρα μου χειροτέρεψαν. Έχω και δύο αδέρφια, που εξακολουθούν να μένουν μαζί της. Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Δυστυχώς, ο μεσαίος μου αδερφός είναι χρήστης ουσιών και δεν έχουμε επαφές. Δεν μπορώ να βλέπω τους ανθρώπους που αγαπώ να καταστρέφονται. Αν προσπαθήσει να ξεφύγει, τότε θα ήθελα να τον δω, να μιλήσουμε. 
Από την Πέλλα έφυγα πριν  από περίπου πέντε μήνες επειδή η μητέρα μου δεν ήθελε την κοπέλα μου και σημερινή γυναίκα μου. Ποτέ δεν έμαθα το λόγο και η αλήθεια είναι ότι τώρα δεν με ενδιαφέρει να τον μάθω. Έτσι, πήρα τη Μαρία και επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα ούτε εκείνη ούτε το παιδί που περιμέναμε να βιώνουν άσχημες καταστάσεις και να ζουν σε ένα περιβάλλον ακατάλληλο για την ανατροφή του.
 
Για ένα μεγάλο διάστημα χρειάστηκε να μείνουμε στο δρόμο. Την περίοδο εκείνη, μάλιστα, η Μαρία ήταν έγκυος. Η αστεγία είναι ιδιαίτερα σκληρή για τα ζευγάρια. Έπρεπε να της παρέχω ασφάλεια, να τη φροντίζω. Έψαχνα φαγητό στα συσσίτια, γιατί έπρεπε να τρέφεται καλά. Πρώτα εξασφάλιζα το δικό της φαγητό και μετά κοιτούσα τι θα φάω εγώ. Πολλές φορές δεν κοιμόμουν περισσότερες από τρεις ώρες, γιατί έμενα ξύπνιος για να την προσέχω, να μην την πειράξει κανείς. Αν ήμουν μόνος, τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα. 
Επιστρέψαμε στο σπίτι της μητέρας μου για να μη γεννήσει η Μαρία στο δρόμο. Δυστυχώς, η σχέση μας δεν αποκαταστάθηκε και τελικά γυρίσαμε ξανά στη Θεσσαλονίκη, όπου μας φιλοξένησε ο πεθερός μου. Στην Πέλλα δεν έχω σκοπό να γυρίσω και με τη μητέρα μου δεν μιλάμε πλέον καθόλου. 
Πριν απευθυνθώ στη «σχεδία», έψαχνα καιρό για δουλειά, αλλά δεν μπόρεσα να βρω. Το περιοδικό το γνώριζα από το 2015. Έβλεπα τους πωλητές στους δρόμους της πόλης και τους είχα ρωτήσει περί τίνος πρόκειται. Ομολογώ ότι στην αρχή είχα μεγάλο άγχος, ιδιαίτερα για το αν θα καταφέρω να πουλήσω τεύχη. Ευτυχώς, τα πήγα μια χαρά.
 
Βοηθάει πολύ η επαφή με τον κόσμο. Θυμάμαι μια κυρία με είχε πλησιάσει και μου είχε πει ότι της αρέσει το χαμόγελό μου, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που μικρά παιδιά έρχονται για να αγοράσουν το περιοδικό. Επίσης, πολλοί μου λένε «μπράβο» για τη στάση και τη συμπεριφορά που έχουμε οι πωλητές και άλλοι για το πόσο καλό είναι το περιεχόμενο του περιοδικού. «Το αγοράζουμε για να σας στηρίξουμε, αλλά και γιατί έχει καλά θέματα», λένε.
Μέσα από τη «σχεδία», απέκτησα ξανά αυτοπεποίθηση, σταμάτησα να σκέφτομαι το παρελθόν και έφτιαξε η ψυχολογία μου. Δεν είναι μόνο ότι κερδίζω χρήματα, είναι που κάνω επιτέλους μια δουλειά. 
Όταν η κόρη μου με βλέπει να φεύγω για το πόστο με ρωτάει πού πηγαίνω. Προς το παρόν είναι πολύ μικρή, είναι μόλις τριών ετών, για να της εξηγήσω τι είναι αυτό που κάνω. Θέλω, όμως, όταν αρχίσει να καταλαβαίνει περισσότερα, να της πω τι συμβαίνει εκεί έξω. Πιστεύω ότι στα παιδιά είναι καλό να μιλάς με ειλικρίνεια. Σε κάποια από τις βόλτες μας είναι πολύ πιθανό να συναντήσουμε κάποιον άνθρωπο που δεν θα έχει σπίτι και είναι αναμενόμενο να με ρωτήσει για αυτό. Θέλω να της εξηγήσω τι σημαίνει αστεγία και ότι προσπαθούμε να βοηθάμε τους συνανθρώπους μας όταν και όπως μπορούμε. 
Τώρα μετακομίζουμε στο δικό μας σπίτι. Καταφέραμε να το βρούμε χάρη στη βοήθεια της «σχεδίας». Σιγά σιγά, μαζεύουμε τα έπιπλα. Τα αδέρφια της Μαρίας και ο κουμπάρος μας μάς βοηθούν και εκείνοι όσο μπορούν.
Αυτό που θέλω είναι να μπορέσω με τη δουλειά μου να μεγαλώσω το παιδί μου. Θέλω να μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον ήρεμο, να πάει σχολείο, να σπουδάσει. Θέλω να επιλέξει μόνη της τι θα κάνει στη ζωή της. Εγώ και η μητέρα της θα είμαστε δίπλα της με όποιον τρόπο μπορούμε.