Shedia

EN GR

01 Νοεμβρίου 2020

Βαγγέλης Μήλος

 

«Κλεισμένος στο σπίτι, είχα γίνει ράκος. Πλέον, βλέποντας εκείνον τον κόσμο που με πλησιάζει με το χαμόγελο, σκέφτομαι πιο αισιόδοξα».

Γεννήθηκα το 1950 στο μειονοτικό χωριό Δερβιτσάνη της Βορείου Ηπείρου. Μία από τις πρώτες εικόνες που έχουν χαραχθεί στη μνήμη μου είναι εκείνη ενός αξιωματικού του Χότζα που κοκορευόταν στο καφενείο του χωριού. Με είχε εντυπωσιάσει η στολή του. Ο πατέρας μου εργαζόταν ως πωλητής σε ένα κρατικό μίνι μάρκετ και η μητέρα μου στον γεωργικό συνεταιρισμό. Όλα τα χωράφια ανήκαν στο κράτος. Θυμάμαι που μικρά παιδιά πηγαίναμε στο ποτάμι να κάνουμε μπάνιο και κλέβαμε κάνα καρπούζι. Μας έπιανε ο φύλακας του συνεταιρισμού και μας οδηγούσε στον πρόεδρο με την κατηγορία ότι είχαμε κλέψει περιουσία του λαού. Το δημοτικό σχολείο ήταν ελληνόφωνο, τα αλβανικά έμπαιναν μετά την τετάρτη τάξη. 

Μέχρι το 1960, διαβάζαμε βιβλία που έρχονταν από τον εκδοτικό οίκο των ελλήνων πολιτικών προσφύγων στο Βουκουρέστι, του Φραγκιά, του Τσίρκα, του Βάρναλη. Μετά, όμως, κόπηκαν. Μας έβαζαν να διαβάζουμε έργα του Χότζα μεταφρασμένα στα ελληνικά. Είχα βρει στο σεντούκι της γιαγιάς μου βιβλία του Καζαντζάκη, του Σολωμού, του Καρκαβίτσα, του Παλαμά. Τα είχε αγοράσει από τον βιβλιοπώλη του χωριού, που τα έφερνε προπολεμικά από τα Γιάννενα κι ο οποίος μετά την άνοδο στην εξουσία του Χότζα εκτελέστηκε. Είχα θαυμάσει τα ελληνικά του Καζαντζάκη στον «Καπετάν Μιχάλη». Αντάλλασσα, μάλιστα, αυτά τα βιβλία κρυφά με τους συμμαθητές μου. Ο δάσκαλός μας, δε, είχε οδηγηθεί στη φυλακή για δώδεκα χρόνια, καθώς θεωρούσαν ότι έκανε προπαγάνδα υπέρ της Ελλάδας. Στο γυμνάσιο ο διευθυντής ήταν χαφιές. Αν ένας μαθητής έκανε ερωτήσεις όπως «Γιατί δεν έχουμε διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα;» τον κατέδιδε στην ασφάλεια ως επικίνδυνο. Η Δερβιτσάνη θεωρούνταν ως «αντιδραστικό» χωριό, γιατί αγαπούσαμε την Ελλάδα. Ακούγαμε κρυφά ελληνικό ραδιόφωνο, όπως τον ραδιοφωνικό σταθμό Βορειοδυτικής Ελλάδας που εξέπεμπε από την Κέρκυρα, το θέατρο της Τετάρτης. Θυμάμαι που μαθαίναμε τα πρωινά ακόμη και τις τιμές των πορτοκαλιών στις λαϊκές αγορές  της Ελλάδας. Οι αρχές, από την άλλη, δημιουργούσαν παράσιτα, για να μην μπορούμε να πιάνουμε την ελληνική τηλεόραση. Ήθελα να σπουδάσω φιλολογία, αλλά δεν με άφησαν, με τη δικαιολογία ότι είχαν συμπληρωθεί οι θέσεις. Είχα μεγάλη αγάπη για τα αρχαία ελληνικά.  Υπήρχαν, βέβαια, στο πανεπιστήμιο μονάχα δύο μειονοτικοί καθηγητές αρχαίων ελληνικών. Στην πραγματικότητα, αποφάσιζε το κράτος πού θα κατευθυνθεί ο καθένας, ανάλογα με τις ανάγκες που υπήρχαν. 

Εγώ εργάστηκα σε συνεργείο αυτοκινήτων, στον γεωργικό συνεταιρισμό, ακόμη και στα νταμάρια του Αργυροκάστρου. Σπάγαμε τις πέτρες και τις συλλέγαμε, για να οδηγηθούν, στη συνέχεια, στους φημισμένους χτίστες της περιοχής. Το 1983, ήρθε ο γάμος μου. Η σύζυγος μου καταγόταν από το μειονοτικό χωριό Γεωργουτσάτες. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε η μεγάλη μου κόρη και το 1990 η μικρότερη. Τότε ήταν που πήραμε το δρόμο για την Ελλάδα. Πάντα ονειρευόμασταν τον ερχομό μας στη μητέρα πατρίδα. Το ελληνικό κράτος, ωστόσο, δεν ενδιαφέρθηκε για μας.

Εγκατασταθήκαμε μαζί με τον αδερφό μου στη Λάρισα. Πιάσαμε δουλειά στα χωράφια, μαζεύαμε βαμβάκι. Δουλεύαμε ακόμη και τις Κυριακές, ενώ παίρναμε 40 δραχμές για κάθε μπάλα. Εκεί εργάστηκα για τέσσερα χρόνια, όταν και πήραμε την απόφαση να μετακομίσουμε στη Θεσσαλονίκη. Έπιασα δουλειά σε ένα φινιριστήριο στον Λαγκαδά, επεξεργαζόμασταν και βάφαμε υφάσματα. Το 1999, για ένα καλύτερο μεροκάματο, πήγα με τον αδερφό μου στα Τίρανα, όπου καταπιαστήκαμε με την πώληση συστημάτων αλουμινίου. Μια φορά το μήνα, επισκεπτόμουν την οικογένειά μου στη Θεσσαλονίκη. Επέστρεψα οριστικά στην Ελλάδα το 2009. Για τρία χρόνια δούλεψα σε ένα βενζινάδικο, ενώ, το 2014, προσλήφθηκα σε ένα οκτάμηνο πρόγραμμα του Δήμου Θεσσαλονίκης, στον κλάδο της καθαριότητας. Τελικά, έμεινα σε αυτό το πρόγραμμα για τέσσερα χρόνια, καθώς αυτό ανανεωνόταν συνεχώς. Το 2018, έμεινα άνεργος, έχοντας για μοναδικό εισόδημα το επίδομα ανεργίας. Ευτυχώς, το καλοκαίρι του 2019, προσλήφθηκα σε άλλο ένα οκτάμηνο πρόγραμμα του δήμου, στο τμήμα πρασίνου, το οποίο ολοκληρώθηκε τον φετινό Φεβρουάριο. Δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στους λογαριασμούς, είχα βάλει, για παράδειγμα, εκείνον του ρεύματος σε διακανονισμό. Δεν έχω και τα απαιτούμενα ένσημα για να βγω στη σύνταξη.

Έμαθα για τη «σχεδία» από έναν συμπατριώτη μου Βορειοηπειρώτη, πωλητή του περιοδικού. Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο στις αρχές Σεπτεμβρίου. Κλεισμένος στο σπίτι, είχα γίνει ράκος. Πλέον, βλέποντας εκείνον τον κόσμο που με πλησιάζει με το χαμόγελο, σκέφτομαι πιο αισιόδοξα. «Υπάρχει ελπίδα ακόμη. Υπάρχει ακόμη ζωή κάτω από τον ήλιο», λέω στον εαυτό μου.