Sept. 6, 2017

Μανώλης Ζαμπέτας, 63 ετών

Γεννήθηκα στη Δρυοπίδα της Κύθνου το 1954. Ο πατέρας μου διατηρούσε παραδοσιακό φούρνο στο χωριό. Από μικρό με είχε μάθει και εμένα τη δουλειά. Τότε ζυμώναμε με τα χέρια. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχικά. Το σπίτι μας ήταν ένα δωμάτιο και μια κουζίνα δίπλα στο φούρνο, όπου μέναμε όλη η οικογένεια, τα τέσσερα αδέρφια και οι γονείς, ενώ το φαγητό μας, πολλές φορές, ήταν μόνο μια φέτα ψωμί με λάδι. Όταν ήμουν 11 χρόνων, εγκατασταθήκαμε στο Αιγάλεω. Ο πατέρας μου έπιασε δουλειά ως θυρωρός σε πολυκατοικίες και η μητέρα μου ως καθαρίστρια. Εγώ άρχισα να εργάζομαι ως παραγιός σε ένα επιπλοποιείο που ήταν δίπλα στο σπίτι μας. Τελείωσα, μάλιστα, νυχτερινό δημοτικό, αλλά δεν συνέχισα το σχολείο. Έπρεπε να βοηθήσω οικονομικά την οικογένεια. Θυμάμαι ότι έπαιρνα 40 δραχμές τη μέρα. Όλα τα αδέρφια εργαζόμασταν από μικροί. Δούλευα 12 ώρες την ημέρα. Μου άρεσε η δουλειά στο μαραγκούδικο, ήταν δημιουργική. Έγινα και καλός τεχνίτης. Όνειρό μου ήταν να γίνω μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά δεν σε έπαιρναν εύκολα ως μαθητευόμενο, καθώς τα αμάξια τότε ήταν λίγα. Ακόμη το έχω απωθημένο. 
 
Παντρεύτηκα μόλις 20 χρονών, ενώ και η γυναίκα μου ήταν τότε μόνο 17. Ερωτευτήκαμε, ήταν φίλη της αδερφής μου, γειτόνισσα και με καταγωγή κι εκείνη από την Κύθνο. Ήθελα να κάνω οικογένεια από μικρός. Μετά το γάμο, εργάστηκα για πέντε περίπου χρόνια ως επιπλοποιός σε μια μεγάλη εταιρεία στο Μενίδι, αλλά τα παράτησα και επιστρέψαμε στην Κύθνο, όπου ξανάνοιξα το φούρνο του πατέρα μου. Είχα την τρέλα να γίνω αφεντικό, να ανοίξω τη δική μου δουλειά, ενώ και το επάγγελμα του φούρναρη ήταν μέσα στο αίμα μου. Εγκατασταθήκαμε στο πατρικό μου. Εκεί γεννήθηκαν και τα παιδιά μου, που από μικρά βοηθούσαν στο φούρνο. Δούλευα από τη μία τη νύχτα μέχρι τις έξι το επόμενο απόγευμα. Με τα χρόνια, αγόρασα και ένα οικόπεδο στο λιμάνι, ενώ άνοιξα και έναν άλλο φούρνο. Ζήσαμε 30 χρόνια στην Κύθνο, αλλά πριν από μία δεκαετία γυρίσαμε στην Αθήνα. Η κόρη μου παντρεύτηκε Αθηναίο, ο γιος μου εργαζόταν κι εκείνος στην Αθήνα ως οδηγός νταλίκας και ήθελα να είμαι κοντά στα παιδιά. Εκ των υστέρων, διαπιστώνω ότι ήταν λάθος που έφυγα από την Κύθνο. 
 
 Όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα, δούλεψα για δύο χρόνια σε ένα φούρνο στο Αιγάλεω. Έπαθα, όμως, δύο εγκεφαλικά επεισόδια και παρέλυσε όλη μου η αριστερή πλευρά. Έκατσα πάνω από τρεις μήνες στο νοσοκομείο. Για δύο χρόνια, μάλιστα, έκανα συνέχεια ενέσεις και φυσιοθεραπείες. Οι γιατροί μού είχαν απαγορεύσει να δουλεύω. Εγώ, όμως, είχα ζωντάνια μέσα μου, δεν ήθελα να κάθομαι. Συνέχισα να εργάζομαι στο φούρνο. Τσακωνόμουν με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου που μου έλεγαν: «Γιατί δουλεύεις; Θα πεθάνεις». Εγώ, ωστόσο, δεν έβαζα μυαλό. Τελικά, αναγκάστηκα να εγκαταλείψω τη δουλειά στο φούρνο, που ήταν σκληρή και άρχισα να δουλεύω με ένα φίλο μου σε ένα εργαστήριο που έφτιαχνε έπιπλα στο Αιγάλεω. Τη θεώρησα πιο ελαφριά δουλειά. Εργάστηκα εκεί για τρία χρόνια, μέχρι το 2012. Ο φίλος μου, όμως, πήρε σύνταξη, ενώ και ο ιδιοκτήτης του εργαστηρίου πέθανε, και έτσι εκείνο έκλεισε. Έψαχνα, πλέον, δουλειά ως αρτοποιός, αλλά λόγω της ηλικίας μου δεν με έπαιρνε κανείς. «Είσαι μεγάλος. Τι να σε κάνουμε;» μου έλεγαν. Είχα απογοητευτεί. Με συντηρούσε η μητέρα μου από τη σύνταξή της, ενώ μου έδιναν χαρτζιλίκι και τα αδέρφια μου. Ντρεπόμουν γι’ αυτό. Είχα πέσει σε κατάθλιψη. Έκλαιγα συνέχεια. Τα εγγόνια μου ήταν το στήριγμά μου. Είναι η ζωή μου. 
 
Μια μέρα προς το τέλος του 2016, συνάντησα κοντά στο σπίτι μου στο Αιγάλεω έναν πωλητή της «σχεδίας», από τον οποίο αγόραζα στο παρελθόν λαχεία. Του είπα ότι ψάχνω για δουλειά. Με προέτρεψε να έρθω στη «σχεδία». Ξεκίνησα στο περιοδικό λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2016. Χάρη στη «σχεδία» ανέβηκα ψυχολογικά, ανέκτησα την αυτοπεποίθησή μου. Μια ολόκληρη ζωή ήμουν επαγγελματίας, είχα επαφή με ανθρώπους. Η συναναστροφή με τον κόσμο με βοήθησε πάρα πολύ να ξεφεύγω από τα προβλήματά μου, να ξεθολώνει το μυαλό μου. Με τη «σχεδία» απέκτησα, επιτέλους, και την ανεξαρτησία μου. Δεν χρειαζόταν πια να ζητάω χρήματα από τη μητέρα μου για να αγοράσω τσιγάρα. Στην αρχή, ντρεπόμουν να με βλέπουν με το γιλέκο στο Αιγάλεω, μέχρι που μου είπε η αδερφή μου: «Μανώλη, γιατί ντρέπεσαι; Κάνεις μια τίμια δουλειά». Τώρα, το έχω ξεπεράσει. Αυτό που επιθυμώ είναι να γυρίσω στην Κύθνο και να επαναλειτουργήσω το φούρνο. Έχει καταρρεύσει, όμως, το ένα ντουβάρι και για να το επισκευάσω χρειάζομαι τρεις με τέσσερις χιλιάδες ευρώ. Ελπίζω να καταφέρω να τα συγκεντρώσω.