01 Ιουνίου 2018

Μάγδα Βασιλικού, 64 ετών

 

«Εκεί που τα χείλη μου ξεραίνονταν από την πίκρα, ξαναβρήκα το χαμόγελό μου. Ο κόσμος που συναντάω καθημερινά στα πόστα είναι η οικογένειά μου».

 

Γεννήθηκα στις Σέρρες το 1954, αλλά, όταν ήμουν μικρή, εγκατασταθήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου ήταν ζωέμπορος. Στα 10 μου χρόνια έζησα την ορφάνια, καθώς τον έχασα από λεύκωμα. Η μητέρα μου έπιασε τότε δουλειά σε μια βιοτεχνία ρούχων για να μπορέσει να συντηρήσει εμένα και τις αδερφές μου. Την εκλιπαρούσα: «Πάρε με και εμένα να δουλεύω κοντά σου». Ήθελα να μεγαλώσω πριν από την ώρα μου. Σχολείο πήγα μόνο μέχρι την Έκτη Δημοτικού. Ήθελα να συνεχίσω, αλλά δεν είχαμε τα χρήματα για να αγοράζω τα βιβλία και τα τετράδια που χρειαζόμουν. Τελικά, όταν ήμουν 14 χρόνων, η μητέρα μου υπέκυψε στην πίεσή μου και δέχτηκε να δουλέψω δίπλα της ως κοπτοράπτρια. Σε εκείνη τη βιοτεχνία έκατσα δύο χρόνια, μέχρι που έφυγα από τη μητέρα μου και πήρα τη ζωή στα χέρια μου. Άρχισα να εργάζομαι ως βοηθός καμαριέρας στη Χαλκιδική. Ήμουν τόσο καλή στη δουλειά μου, που σε ένα χρόνο έγινα κανονική καμαριέρα. Με το πέρας της καλοκαιρινής σεζόν, επέστρεφα στη Θεσσαλονίκη, όπου δούλευα σε βιοτεχνίες ρούχων. Στα 26 μου χρόνια, ήρθε ο γάμος μου. Ονειρευόμουν να γίνω μητέρα. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ, καθώς ο άνδρας μου δεν ενδιαφερόταν να αποκτήσει παιδιά. Αυτό εμένα μου είχε στοιχίσει. Κατάφερα, με το πέρασμα του χρόνου, να το διαχειριστώ, λέγοντας στον εαυτό μου: «Φαντάσου ότι έχεις ένα παιδί που σπουδάζει μακριά και δεν μπορείς να το βλέπεις». Ο άνδρας μου, που ήταν αστυνομικός, έπαιρνε συνέχεια μετάθεση, πότε στη Θάσο, πότε στην Κω. Εγώ δεν μπορούσα να τον ακολουθώ γιατί εργαζόμουν. Μια μέρα, έξι μήνες αφού είχε μετατεθεί στη Λέρο, τον βλέπω μπροστά μου. «Δήλωσα παραίτηση. Δεν θα ξαναπάω. Αυτό που θέλω είναι να είμαστε μαζί», μου είπε. Από τότε άρχισε να εργάζεται ως οδηγός σε μεταφορικές εταιρείες και αργότερα ως πλέκτης σε κλωστοϋφαντουργίες. Στα τέλη του ’90 οι βιοτεχνίες ρούχων άρχισαν να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Ένα απόγευμα, πάω στο σπίτι στενοχωρημένη γιατί είχα χάσει τη δουλειά μου, ενώ λίγο αργότερα εμφανίζεται και ο σύζυγός μου μουτρωμένος, καθώς είχε απολυθεί και εκείνος από τη βιοτεχνία όπου εργαζόταν. Ενώ αλληλοπαρηγοριόμασταν, του λέω: «Πάντα ήθελες να γνωρίσεις τη Γερμανία ως τουρίστας. Γιατί να μην πάμε εκεί για δουλειά;». Σε μια εβδομάδα πετούσαμε για τη Γερμανία. Είχαμε βρει δουλειά στην κουζίνα ενός ελληνικού εστιατορίου στο Λάουφεν. Εγώ στη Γερμανία εμφάνισα ένα σοβαρό δερματικό πρόβλημα, κοκκίνιζε το δέρμα μου και καταστρεφόταν. Από την άλλη, το γκρίζο τοπίο, η απουσία του ήλιου, οι κρύες θερμοκρασίες επιδρούσαν αρνητικά στην ψυχολογία μου. Ύστερα από έξι μήνες επέστρεψα στην Ελλάδα, ενώ ένα μήνα μετά με ακολούθησε και ο άνδρας μου. Μέσα σε λίγες ημέρες, ευτυχώς, βρήκα δουλειά σε μια βιοτεχνία ρούχων, ενώ τα καλοκαίρια ξανάρχισα να εργάζομαι ως καμαριέρα σε ξενοδοχεία της Χαλκιδικής. Στη βιοτεχνία εργάστηκα για έξι χρόνια, μέχρι που έκλεισε. Το 2009, ήταν και η τελευταία χρονιά που εργάστηκα καλοκαιρινή σεζόν σε ξενοδοχείο. Ο εργοδότης μου μού χρώσταγε τους μισθούς του καλοκαιριού. Μοιραία, του έκανα καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας και σηκώθηκα και έφυγα. Έκτοτε, έψαχνα συνέχεια για δουλειά, αλλά το μόνο που έβρισκα ήταν να φροντίζω ηλικιωμένες γυναίκες, και αυτό περιστασιακά. Την ίδια περίοδο, με εγκατέλειψε και ο σύζυγός μου και πήγε να μείνει με τους γονείς του στην Καβάλα. Μέναμε χωριστά για δυόμισι χρόνια. Ευτυχώς που είχα και την αδερφή μου να με στηρίζει οικονομικά. Δυσκολευόμουν, όμως, πάρα πολύ να ανταποκριθώ στο ενοίκιο και τους λογαριασμούς. Τη «σχεδία» τη γνώρισα στις αρχές του 2014, σε μια ενημέρωση που είχε γίνει στο Συσσίτιο του Δήμου Θεσσαλονίκης, όπου πήγαινα καθημερινά. Στην αρχή, ήμουν λίγο τρακαρισμένη. Την πρώτη μέρα έδωσα επτά περιοδικά και τη δεύτερη δύο, αλλά είπα στον εαυτό μου: «Δεν πειράζει, είσαι σαν τον ψαρά που βγαίνει για ψάρεμα και ό,τι ψάρια πιάσει». Η «σχεδία» ήταν πραγματική σανίδα σωτηρίας για μένα. Εκεί που είχα πέσει ψυχολογικά, που τα χείλη μου ξεραίνονταν από την πίκρα και τη στενοχώρια, όταν μιλούσα, ξαναβρήκα το χαμόγελό μου. Ο κόσμος που συναντάω καθημερινά στα πόστα είναι η οικογένειά μου. Αξέχαστη θα μου μείνει η συμμετοχή μου με την Εθνική Αστέγων στο Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων πρόπερσι στη Γλασκώβη. Όταν κάναμε τις προπονήσεις μας στο γήπεδο της ΧΑΝΘ, νόμιζα ότι δεν κάνω για το ποδόσφαιρο, ότι δεν θα τα καταφέρω. Πριν επιλεγώ για το ταξίδι στη Σκωτία, είχα προσευχηθεί: «Θεέ μου, ας γίνω πουλί για λίγο, από τα βάσανά μου να πετάξω». Στη Γλασκώβη, αισθάνθηκα τόσο πολλή αγάπη από τα υπόλοιπα παιδιά, που νόμιζα ότι θα με έπνιγαν με τις αγκαλιές τους. Τελικά, είχα πετύχει το ακατόρθωτο.