24 Δεκεμβρίου 2018 Το περιοδικό

«Δώρο για μένα είναι ένα δώρο σε σένα»

Ένας πωλητής της «σχεδίας» θυμάται εκείνη την παραμονή που με πείσμα επεδίωξε και κατάφερε το τρία στα τρία. Ένα Καρέλια, ένα μπουκάλι ρούμι και ένα ολοκαίνουριο βιβλίο με ωραίο εξώφυλλο. Κυρίως αυτό.
 
Κείμενο: Νίκος Σέρβος
 
Έχεις αφήσει το ραδιάκι ανοιχτό πριν ξαπλώσεις, να ξυπνήσεις με μουσική. Ωραία. Μα, για να ξυπνήσεις, πρέπει πρώτα να κοιμηθείς. Κι εγώ ήθελα τόσα να κάνω αύριο, που ή σκεφτόμουν υπερβολικά πολύ ή που έκανε τόσο μα τόσο κρύο ξανά, που αν κοιμηθείς μπορεί να μην… Δυναμώνεις το ραδιάκι στο κεφάλι σου: «Ήπιαν στην υγειά του μόνου της αγάπης και του πόνου και μετά χαθήκανε»*. Καλά τα λέει για σήμερα. 
31 Δεκεμβρίου, αξημέρωτα. Παρατημένο γηροκομείο, κάπου στα βόρεια. Μικρή, έρημη γειτονιά. Η ατμόσφαιρα έχει κάτι από τη «Λάμψη» του Κιούμπρικ. Μακριοί διάδρομοι, παράξενα φωτισμένοι από τη νυχτερινή συννεφιά, γαλάζιοι, ξεφλουδισμένοι, κάπως ζωντανοί. Πόρτες δεξιά και αριστερά να τρίζουν, θαρρείς σέρνοντας και αλυσίδες μαζί, και να βροντούν σαν ψυχές πολύ καλές στο τάβλι. Κάτι πράσινοι γίγαντες στην αυλή να σκιάζουν και να σκιάζονται με τις ριπές του αέρα. Νυχτερινή φαντασία που φέρνει βόλτες σε δύο ορόφους και καμιά τριανταριά δωμάτια. 
Φυσικά και ο τρελός δεν λείπει από την ταινία. Κάτι πόρτες πιο εκεί, με ένα μαχαίρι στο προσκεφάλι και τη λεπίδα του ακόμα να γυαλίζει μπροστά από τα μάτια μου. Αργότερα, το ίδιο πρωί, για ένα πιάτο φαΐ. Και πιο αργά το βράδυ κερνάς τσιγάρο και γλυκό. Έτσι πάει. Α, και καμιά ευχή. 
 
Ως συνήθως, νύχτα ακόμα, έστριψα ένα τσιγάρο, νίφτηκα στο μπουκάλι και βγήκα για ανεφοδιασμό. Εκεί έξω ό,τι χαίρεσαι είναι για λίγο, για μια μέρα το πολύ. Δεν κρατάει. Βρες το, ζήσ’ το, πάει. 
Στις στάσεις, λοιπόν, για αποτσίγαρα και βόλτα στους φούρνους. Ξημερώνει με τα τσιγάρα της μέρας, ψωμάκι χθεσινό και καμιά τυρόπιτα στην καλή. Κι άμα βρέχει, ψάχνεις Θεό για να γκρινιάξεις. 
Χιονόνερο και δύσκολα τα πράγματα σήμερα. Απογοητεύεσαι και προχωράς πίσω στο παλάτι. Και σκέφτεσαι το βράδυ. Στην ταράτσα, να δω τα πυροτεχνήματα. Να χαρώ, να ονειρευτώ, να πιω, να κλάψω, να πιω, να κλάψω, να πιω… εκεί κόλλαγα συνήθως. Μες στα αποτσίγαρα βρίσκεις και καπνό «άλλο» τα πρωινά. Κανά δυο τρελοτσίγαρα βγαίνουν σήμερα και ο καιρός για κατάθλιψη. 
Προχωράς και ξανασκέφτεσαι να φας το χθεσινό συσσίτιο τώρα, να καλοντυθείς και να βρεις τσιγάρα κανονικά, φαΐ και κανά γλυκό. Και κανά μπουκάλι ρούμι, ε; Πώς στο διάολο θα περάσω καλά το βράδυ; Τι θέλω; Πού να τα βρω; Ανεβαίνω τα σκαλιά, κάτι ακούω. Κάποιος είναι μέσα! Γαμώτο, με κλέβουν! Να κρυφτώ; Όχι, θα τον πιάσω. Και αν είναι κανάς τρελός; Θα πάω στ’ αζήτητα. Η αστυνομία; Θα με πιάσουν! Θα περιμένω έξω να τον δω. Μπα. 
– Ποιος είναι δω; Βγες έξω, φίλε.
– Έλα, ρε Νικόλα.
Ο συγκάτοικος που έτρωγε το χθεσινό φαΐ, αφού είχε σπάσει τη μόνη πόρτα που νόμιζα πως κλείδωνε. Γαμώτο!
– Τι κάνεις ρε; 
Λογομαχία, τσακωμός, μαχαίρι, τρέξιμο. Αφού έχω βάλει ό,τι έχω πίσω από τη σπασμένη πόρτα και η καρδιά τρέχει ακόμα, καπνίζω το ένα. Ηρεμώ. Πάλι ζω. Και ο Θεός γεμίζει το δωμάτιο σιγά σιγά. Όλα είναι ατμός. Μια σιγουριά πως σήμερα θα περάσω καλά. Κάτι θα γίνει. Μια παλιοελπίδα, ξέρω ‘γω; 
Πρώτη στάση, Θησείο. Στο ναό του Ηφαίστου. Στην Αγορά. Κάτω από την Ακρόπολη. Κι ο Θησέας, άφαντος μες στο ανύπαρκτο παλάτι. Έτσι λέει ο μύθος, έτσι και ο κυρ-τάδε. Ο σοφός αυτός διαμεσολαβητής του πνεύματος, που κάτι έβλεπε σε μένα γιατί πάντα την άνοιγε την τσέπη του για τα βιβλία που του πήγαινα. Μεταχειρισμένα, φράγκο δεν πιάναν. Ταληράκι σήμερα. Καρελάκι σήμερα. Να δεις χαμόγελο. Αναθαρρείς, κι όλα τα σχέδια από την αρχή. Επόμενη κίνηση; Τσίου.**
Πατήσια, προς το μεσημέρι. Σε ένα παρκάκι απέναντι από το πατρικό μου. Κάτι με τράβαγε προς τα εκεί συχνά. Η αλυσίδα της οικογένειας, βλέπεις, δεν σπάει. Ένα απότομο τράβηγμα και είσαι πίσω αμέσως. Συναισθήματα, σπαστό φραπέ και Καρέλια φίλτρο. Τράκα στον μπαμπά. Φαντάσου, όταν ανοίγεις τη ζελατίνα από το πακέτο ν’ ανατριχιάζεις. Φαντάσου, στην πρώτη ρουφηξιά. 
Καλά μέχρι εδώ. Το βλέμμα στον ουρανό. Να βρω φαΐ; Εύκολο. Κάτι καλό να πιω; Λεφτά. Και άλλα; Πού θα βρω; Ζούμε σε καπιταλισμό; ΟΚ. Μετριούνται όλα με αριθμούς; ΟΚ. Εγώ είμαι στο μηδέν; Καθόλου ΟΚ. Κι άλλες σκέψεις. Δεν τελειώνουν ποτέ. Θες, σκέφτεσαι, πράττεις, είναι φυσικό. Και τότε, ούτε ήθελα ούτε έκανα πολλά. Μόνο να έχω να πιω το βράδυ και ένα καλό βιβλίο. Ε; Ένα ολοκαίνουριο βιβλίο; 
Ναι, θέλω και ένα βιβλίο, καινούριο, με ωραίο εξώφυλλο, γυαλιστερό, αγορασμένο από καλό βιβλιοπωλείο με χρήματα από τη δουλειά μου. Και να γυρίσω το βράδυ στο ζεστό, καθαρό σπιτάκι μου, κουρασμένος, να φάω κάτι ζεστό, μαγειρευτό, να αράξω στον καναπέ να το ξεφυλλίσω. Ανάβω δεύτερο τσιγάρο και φυσάω χαμηλά τον καπνό τώρα. Μέχρι εδώ φτάνεις, μικρέ. Κανά Καρέλια στις γιορτές. Μα εγώ το βράδυ θα είμαι πιωμένος, θλιμμένος και ελπίζων. Δεν μπορεί.
 
ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ
 
Εντάξει, έχεις τη χαμηλότερη αυτοπεποίθηση στον κόσμο, και η σκέψη και μόνο πως ζητάς οτιδήποτε πέφτει σαν πιάνο από τον ουρανό και σκάει στο κεφάλι σου. Εσύ χαμογελάς με την εικόνα στο μυαλό σου και σηκώνεσαι από το παγκάκι γιατί χαμογελάνε και οι διπλανοί με σένα. Τι φαντάζεσαι, δηλαδή; Ένας βρώμικος μπεκρής ήμουν, όλη μέρα στους δρόμους. Προχώρησα μέχρι το χαρτοπωλείο και στάθηκα απέναντι. 
Η καρδιά μου, σαν ταμπούρλο αγωνίας, φάλτσαρε την «Ωδή στη Xαρά». Μπαίνω, ζητάω, μπα, μπαίνω, ζητάω, μπα. Μπαίνω, τι λέω; Τον ήξερα τον τύπο. Για μια φωτοτυπία ταυτότητας προ μηνών, έφυγα με δεκάρικο στην τσέπη και πολλή ντροπή στο μυαλό. Λες και σήμερα; Ναι, αλλά τότε δεν ζήτησα. Ε, μια φωτοτυπία, σιγά. Τώρα πώς; Τι θα πω; Και λες την αλήθεια. Πιάνει. Τα άκουσα κιόλας που ντρεπόμουν. Είναι να πέσεις σε συνάνθρωπο. Εικοσάρι, δυο πάστες από απέναντι, να μην ξεχάσω να πάρω κάτι ρούχα μεθαύριο και να μη χάνομαι. Καλά, καλά. Να πιω. 
Πάντως, είναι να μην κάνεις την αρχή. Κάτι συμβαίνει με το αίσθημα αισιοδοξίας και ομορφαίνεις κάπως. Δίπλα στο φούρνο για κανά ψωμί και να προλάβω το συσσίτιο. Βασιλόπιτα, μελομακάρονα και σαντουϊτσάκια. Δεν το πιστεύεις. Εκεί έπεσα σε συναγωνιστές. Μπα, κάτι έχει η γειτονιά σήμερα. Καφές και ζάχαρη από το σουπερμάρκετ κι ένα κεκάκι από την ταμία. Και το συσσίτιο; Καλά, καλή χρονιά. Να πιω τώρα. Ρούμι, χιόνι, μαύρο. Έτσι είναι καλά. 
Πίσω στο παλάτι. Τώρα δεν σκέφτεσαι, θες. Άφησα τα πράγματα, έφαγα κάτι και φόρεσα ό,τι πιο καθαρό είχα. Έξω έχει νυχτώσει και εγώ χαζεύω το δεντράκι που είχα βρει στο υπόγειο μαζί με άλλους θησαυρούς. Από κάτω είχα ακουμπήσει μια εικονίτσα χάρτινη της Άγιας Μάνας με το Γιο. Ο ουρανός από πάνω κάτασπρος, ψυχρός να με πλακώνει. Κι όλα να καθρεφτίζονται σε ένα διαμαντάκι στο μάγουλο. Και εγώ πρώτα θέλω να πιω όλο το νερό από το πηγάδι της λησμονιάς και μετά να βουτήξω μέσα. Και αν αύριο έχει λιακάδα; Άσ’το, ρε Νικόλα, σήκω. Πάλι ζω. Και ελπίζω; 
 
Είχα τα πάντα, έστω για λίγο. Κάτι έλειπε, όμως, κάτι διαφορετικό. Κάτι που θα σου θυμίζει τη μέρα αυτή, ίσως. Κάτι να νιώσεις. Ένα δώρο σε μένα; Ένα βιβλίο; Άντε πάλι. Να πιω; Θέλει λεφτά. Βιβλίο καινούριο; Θέλει λεφτά. Έχω. Τι κάνω; Αυτό το καινούριο, το αστυνομικό. Τριακόσιες σελίδες Πουαρό και βάλε. Να διαβάζω γι’ αρχή ώστε να μην πίνω. Ιδρώνω, ξεϊδρώνω. Βιβλίο; Να πιω; Παραμονή και θα χιονίσει το βράδυ. Όμορφη εικόνα για να πίνεις. Και τα δύο; Δεν βγαίνει. Περνάει η ώρα. Να πιω, να αράξω. Προλαβαίνω τα μαγαζιά; Ε! Πάψε, μυαλό! Στο διάολο με τα όνειρα! Όμορφες σκέψεις και αστεία! Δώρο σε μένα; Καλά, του χρόνου. 
Κάπου έξι η ώρα και αγόρασα να πιω ένα μπουκάλι ρούμι και λίγο μαύρο. Θα’χει κανά παλιόκρασο και ο συγκάτοικος. Όμως, κοίταξα εγώ χαμηλά νωρίτερα, αλλά μάλλον κοίταξε και άλλος εκείνη τη μέρα. Η «Ωδή στη Χαρά» αντηχούσε, πλέον, από τα μεγάφωνα στην πλατεία. Το πίστεψα. Ένα δώρο σε μένα, γιατί όχι, δηλαδή; Και ξαναλές την αλήθεια. Τρία ή τέσσερα ήταν τα βιβλία, δεν θυμάμαι, και το μεγαλύτερο σε συσκευασία δώρου. Είναι που, καμιά φορά, έχεις ανάγκη το εξώφυλλο. Εκεί ξαναπήγα αρκετές φορές. 
Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να κλείσει η μέρα, έτσι; Σιγά, και τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να είναι καλά. Να φάει, να κοιμηθεί και τέτοια. Ετοιμοθάνατο ρομπότ, και, αν τύχει, μπορεί να δουλεύει κιόλας. Και, καμιά φορά, έρχονται κάτι μικρά αστεράκια, χαμηλώνουν, σε τριγυρίζουν και αρχίζεις και φαίνεσαι. Τότε που το μέσα σου βγαίνει έξω σου και υπάρχεις για λίγο. Θες να είσαι κοινωνικός ή αληθινός, λέει. Και ήμουν πολύ κοινωνικός, η αλήθεια είναι. 
Τελευταία στάση. Εμπορικό Κέντρο «Η τουαλέτα». Εμ, στο άντρο του καπιταλισμού για τι θα πας; Να πλύνεις τα χέρια καλά με σαπούνι. Καπνίζω ένα τσιγάρο έξω και κοιτάω τον κόσμο. Χαρούμενοι, βιαστικοί, οικογένειες, μόνοι, ερωτευμένοι, και εγώ να σκέφτομαι το φαγοπότι. Κρύο, αέρας, χιονόνερο και άντε να μαζευόμαστε, Νικόλα. 
 
– Συγγνώμη, μήπως σας περισσεύει ένα τσιγάρο; λέει η δεσποινίς. 
Κοιτάω πίσω για το αγόρι της ή ξέρω κι εγώ ποιον. Κανείς.
– Ναι, μισό λεπτό.
– Συγγνώμη, ε. Έχω ραντεβού με μια φίλη μου μέσα και δεν έχει πουθενά να πάρω τσιγάρα. 
– Μη ζητάς συγγνώμη. Στον δεύτερο όροφο;
– Eίναι κλειστά.
– Ορίστε.
Και της δίνω το πακέτο. Ολόκληρο. 
- Μα...
– Να κάνω και εγώ ένα δώρο σήμερα. Δεν έχω κανέναν. 
 Είπα, και έφυγα, έτσι. Πόσο έξω είχα πέσει από το πρωί. Το φαΐ μου; Εγώ; Εμένα; Και, μόλις μοιραστείς, ηρεμείς. Δώρο για μένα είναι ένα δώρο σε σένα. Τρισεκατομμύρια σκέψεις, ο κόσμος εξαφανίζεται όπως και εγώ, ξανά, και ακούω πίσω μου να βάζει στίχους στην «Ωδή στη χαρά». 
– Σ’ ευχαριστώ. Καλή Χρονιά.\
 
Πίσω στο παλάτι, χωρίς Καρέλια. Με εμένα, όμως, άπιωτο ακόμα, θλιμμένο και ελπίζοντα. Υπήρξα για λίγο σήμερα, ίσως αύριο πιο σωστά. Μοιράσαμε το πιόμα και τα γλυκά με το συγκάτοικο (ένα κρασί αυτός), κλείσαμε τις πόρτες και «γιορτάσαμε». 
Τώρα, μάλιστα. Μέχρι και πυροτεχνήματα στην ταράτσα είχα. Και χιόνι. Και κάτι να μου θυμίζει αυτή τη μέρα. Κάτι να νιώθω. Έκρυψα ονόματα και σημεία, μα τα θυμάμαι όλα καλά. Ώς και την αμηχανία στο πρόσωπο της κοπέλας που πήρε τα τσιγάρα μου θυμόμουν, ακριβώς τη στιγμή που μια άλλη κοπέλα φέτος μου έδινε ένα πακέτο Καρέλια. Κι έφυγε έτσι. Και εγώ θα κόψω το κάπνισμα και αυτή θα γυρίσει. Είναι αυτή η παλιοελπίδα πάλι, ξέρω ‘γω; 
1η Ιανουαρίου. Κάτι κουβέρτες πιο κάτω, δυναμώνεις το ραδιάκι: «Είπανε δεν είναι λάθος τη ζωή να ζεις με πάθος και γι’ αυτό σωθήκανε». Τα λέει καλύτερα σήμερα.  

comments powered byDisqus

Κατηγοριες