Aug. 17, 2017

Τέλης Μανδάλης, 33 χρόνων

Γεννήθηκα στην Καστέλλα του Πειραιά το 1984. Η μητέρα, όταν ήμουν μικρός, σταμάτησε να εργάζεται και δούλευε μόνο ο πατέρας μου ως λαντζιέρης σε μία ταβέρνα στο Μικρολίμανο. Έπασχε από επιληψία, την οποία κληρονόμησα τόσο εγώ όσο και η αδερφή μου. Θυμάμαι τον πατέρα μου να επιστρέφει από τη δουλειά, να καπνίζει διαρκώς και να κοιμάται στο τραπέζι και η μητέρα μου να φωνάζει. Πήγα μόνο μέχρι το δημοτικό, γιατί, λόγω της επιληψίας, δεν έπαιρνα τα γράμματα. Το ίδιο και η αδερφή μου. Εκείνη πάθαινε κρίσεις, και έτσι από το 2002 μένει σε ίδρυμα. Αντιθέτως, εγώ δεν είχα ποτέ κρίσεις, ενώ από 19 χρονών έχω σταματήσει να παίρνω και φαρμακευτική αγωγή.  Από 12 χρόνων, πήγα να δουλέψω δίπλα στη θεία μου και τον άνδρα της που είχαν ταβέρνα στο Μικρολίμανο. Βοηθούσα στην κουζίνα, έκανα και τον σερβιτόρο. Μέχρι να γίνω 16 χρόνων, τα χρήματα που κέρδιζα τα έδινε η θεία μου στη μητέρα μου. Στα 18 μου, όμως, αναγκάστηκα να αποχωρήσω. Τους είχα πει ότι αν συνέχιζαν να μη μου κολλάνε ένσημα θα έφευγα. Το 2002, πέθανε η μητέρα μου από καρδιά, σε ηλικία μόλις 46 χρόνων, ενώ το 1998 είχε προηγηθεί ο θάνατος του πατέρα μου από πνευμονικό οίδημα στα 58 του. Ήταν τρομερό τραύμα για μένα. Είχα πει ότι δεν πρόκειται ποτέ να καπνίσω. Μετά το θάνατό τους, όμως άρχισα το τσιγάρο, έκανα δύο πακέτα τη μέρα.

Το 2004 θα γνωρίσω την πρώτη μου σύζυγο, παντρευτήκαμε τρία χρόνια αργότερα. Εκείνη δεν εργαζόταν. Είχε σπουδάσει σε σχολή μαγειρικής, αλλά είχε παρατήσει την πρακτική της και δεν μπορούσε να βρει δουλειά στο αντικείμενό της.  Εγώ, από το 2004,  δούλευα στην αποθήκη τροφίμων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου στο Δαφνί. Πήγαινα και στα σπιτάκια που έμεναν οι τρόφιμοι και τους ζέσταινα το φαγητό. Μου άρεσε που είχα τη δυνατότητα να επικοινωνώ μαζί τους και να τους βοηθώ. Το 2009, όμως, θα απολυθώ από τη δουλειά μου. Είχα πάθει κύστη κόκκυγος και οι γιατροί μού έδωσαν τριήμερη αναρρωτική άδεια. Είχα ξεχάσει, ωστόσο, να τους ζητήσω χαρτί για να το προσκομίσω στη δουλειά, και ο προϊστάμενός μου δεν με πίστεψε. Στη συνέχεια, θα βρω δουλειά ως ντιλίβερι σε ένα μαγειρείο στον Πειραιά. Θα κάτσω, όμως, μόλις έξι μήνες, γιατί δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να με κρατήσουν. Έψαχνα για δουλειά, αλλά δεν έβρισκα παρά μόνο πρόσκαιρα ως διανομέας φυλλαδίων. Οι γονείς της γυναίκας μου μάς κάλυπταν τα έξοδα, το νερό, το ρεύμα, το φαγητό.  Μέναμε στο ίδιο σπίτι με τα πεθερικά μου στο Κερατσίνι. Εκείνοι από πάνω και εμείς από κάτω. Δεν ήθελα, ωστόσο, να εξαρτώμαι από άλλους. Ντρεπόμουν. Έτσι, το 2011, πήρα την απόφαση να χωρίσω.

Στη συνέχεια και για κάποιους μήνες, με φιλοξενούσε ένας φίλος μου στον Βυρώνα. Αρχές του 2012, θα γνωρίσω την τωρινή σύζυγό μου. Αρχίσαμε να συγκατοικούμε στο σπίτι της στου Γκύζη. Το μόνο μας εισόδημα ήταν το επίδομα που έπαιρνε από την πρόνοια. Δεν μπορούσε να εργαστεί. Είχε καρκίνο στο πόδι και έκανε χειρουργεία. Όταν τη γνώρισα, ήταν οκτώ μηνών έγκυος. Ο πρώην σύντροφός της την είχε παρατήσει. Το παιδί, που είναι πια ένα κοριτσάκι έξι χρόνων, εμένα θεωρεί πατέρα, ενώ κι εγώ το βλέπω σαν δικό μου παιδί. Θα παντρευτούμε το 2013. Δεν είχαμε σκεφθεί μέχρι τότε το γάμο, αλλά είχε μείνει η γυναίκα μου έγκυος στο γιο μας και δεν θέλαμε το παιδί να είναι εκτός γάμου. Τα φέρναμε πολύ δύσκολα βόλτα. Πήγαινα για φαγητό στο συσσίτιο του δήμου Αθηναίων. Εκεί, το καλοκαίρι του 2013, θα γνωρίσω κάποιους πωλητές της «σχεδίας», οι οποίοι με προέτρεψαν να έρθω στο περιοδικό. Εγώ, ωστόσο, φοβόμουν την έκθεση στον κόσμο. Πίστευα ότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ. Έτσι, δεν έκανα τότε το βήμα. Θα το κάνω μόλις στις αρχές του 2016. Τις πρώτες μέρες, ένιωθα ντροπή και άγχος.  

Ο κόσμος μού έχει δείξει τέτοια αγάπη και συμπαράσταση που δεν είχα αισθανθεί ποτέ στη ζωή μου. Θυμάμαι μια φορά  στο πόστο στον Χολαργό με πλησίασε μια γυναίκα που είχε αγοράσει ρύζι, κοτόπουλο, σάλτσα και λάδι και μου λέει: «Τα θέλεις; Έχεις  κάπου να τα μαγειρέψεις;». Και το περιοδικό, όμως, ό,τι ζήτησα μου το έδωσε, ένα ψυγείο, ένα πλυντήριο, μια κουζίνα και ένα πλυντήριο. Χάρη στη «σχεδία», βγήκα ύστερα από χρόνια από το σπίτι. Με είχε πάρει από κάτω. Το ένιωθα βάρος που εξαρτιόμουν από τη γυναίκα μου, και ακόμα το νιώθω. Πριν από ένα μήνα πέρασε και μία  σοβαρή περιπέτεια με την υγεία της. Έπαθε λοίμωξη και δεν μπόρεσε να αποφύγει τον ακρωτηριασμό του ποδιού της. Ευτυχώς, το πήρε καλά. Τώρα πια έχει αρχίσει και σηκώνεται από το κρεβάτι και περπατάει με το πι. Θέλω να συνεχίσω στη «σχεδία», μέχρι να βρω μια σταθερή δουλειά με την οποία θα μπορώ να ζήσω την οικογένειά μου.