01 Φεβρουαρίου 2019

Μαρία Δράγκου, 52 ετών

 
 
 
 
— «Κέρδισα τη χαμένη μου αυτοεκτίμηση. Βιώνοντας την αγάπη του κόσμου, συνειδητοποιώ ότι αυτό αποζητούσα: την επικοινωνία με ανθρώπους».
 
 
 
Γεννήθηκα το 1966 στο Πέρνικ της Βουλγαρίας. Μεγάλωσα, όμως, στο Καρνάρε, ένα χωριό κοντά στη Φιλιππούπολη. Η μητέρα μου δούλευε ως εργάτρια και ο πατέρας μου ως αγρότης σε ένα τοπικό συνεταιριστικό αγρόκτημα. Ο πατέρας μου ήταν αλκοολικός. Γινόταν, μάλιστα, βίαιος απέναντι στη μητέρα μου. Αυτό ήταν ένα μυστικό που δεν έπρεπε να βγει από την πόρτα του σπιτιού. Όταν ήμουν μαθήτρια στην Πέμπτη Δημοτικού, έμαθα με έναν μη προστατευτικό για μένα τρόπο ότι ήμουν υιοθετημένη. Καθώς οι γονείς μου δεν μπορούσαν να μου το πουν, το ανέθεσαν στη δασκάλα μου. Μου το ξεφούρνισε πολύ ψυχρά σε ένα διάλειμμα. Σοκαρίστηκα, πόνεσα, δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Γυρνώντας σπίτι σαν μαραμένο λουλούδι, έλπιζα να μου πουν οι γονείς μου ότι ήταν ένα ψέμα. Όμως, μου το επιβεβαίωσαν. Το μόνο που έμαθα ήταν ότι η πραγματική μου μητέρα ήταν φοιτήτρια. Το θέμα αυτό έγινε ταμπού, δεν το συζητούσαμε. Το έκρυψα βαθιά μέσα μου, δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανέναν. Μοιραία, κλείστηκα στον εαυτό μου. Όνειρό μου ήταν να γίνω δασκάλα. Έτσι, όταν αποφοίτησα από το λύκειο, έδωσα εξετάσεις για να μπω στο Τμήμα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φιλιππούπολης, αλλά και τις δυο φορές που το προσπάθησα δεν τα κατάφερα. Τελικά, βρήκα δουλειά σε ένα εργοστάσιο στο χωριό που έφτιαχνε ρουλεμάν. Εγώ εξέταζα το νερό για άλατα. Σε μια πρωτομαγιάτικη γιορτή του εργοστασίου, γνώρισα τον μετέπειτα σύζυγό μου. Εργαζόταν σε άλλο τμήμα. Στα είκοσί μου, παντρευτήκαμε. Ο γάμος δεν κράτησε πάνω από δυο χρόνια, καθώς ο άνδρας μου με ζήλευε και με κακοποιούσε. Ύστερα από πέντε χρόνια παραμονής στο εργοστάσιο, αποφάσισα να κάνω μια νέα αρχή. Έπιασα δουλειά ως λογίστρια σε ένα εμπορικό κέντρο στην πόλη Κάρλοβο, όπου με βρήκε και η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Στη συνέχεια, παρακολούθησα μαθήματα σε μια σχολή για σερβιτόρους στη Φιλιππούπολη. Εργάστηκα για πολλά χρόνια ως σερβιτόρα σε μπαρ και εστιατόρια στο Κάρλοβο και το Πέρνικ, πάντοτε, όμως, χωρίς ένσημα. Στα 30 μου έγινα και μητέρα. Όταν, όμως, ο γιος μου ήταν μόλις οκτώ μηνών, χώρισα από το σύντροφό μου. Έπινε πολύ και ήταν βίαιος. Δεν ήθελα να βιώσει το παιδί μου αυτά που είχα περάσει εγώ. Έτσι, επέστρεψα στο χωριό μoυ να μείνω μαζί με τη μητέρα μου. Το πρωί εργαζόμουν στο μαγειρείο του σχολείου του χωριού και το απόγευμα ως κομμώτρια. Είχα μετατρέψει το σπίτι σε κομμωτήριο. Τα χρήματα που έβγαζα, δεν μου έφταναν, όμως, ούτε για να αγοράσω ξύλα για να ζεσταθούμε. Ήταν 2000, όταν πήρα την απόφαση να αναζητήσω την τύχη μου στη Θεσσαλονίκη. Έκατσα μόλις δέκα μέρες, καθώς δεν έβρισκα εργασία. Παραλίγο, μάλιστα, να μπλεχτώ σε κύκλωμα τράφικινγκ. Ένας Θεός ξέρει πώς γλίτωσα. Επιστρέφοντας στη Βουλγαρία, έπιασα δουλειά ως σερβιτόρα σε ένα μαγαζί στο Σαντάνσκι. Εκεί γνωρίστηκα με έναν Έλληνα, οδηγό νταλίκας, που επισκεπτόταν συχνά το Σαντάνσκι. Ήταν χήρος και είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα. Αποζητούσα μια στέγη, μια υποστήριξη. Παντρευτήκαμε το 2002. Με βοήθησε, μάλιστα, ο σύζυγός μου να ανοίξω κι ένα μαγαζί επιδιόρθωσης ρούχων. Μαλώναμε, όμως, συχνά. Τα παιδιά του δεν με δέχτηκαν, ένιωθα ότι ήμουν κάπως στην άκρη και αυτό με πείραζε. Χωρίσαμε, τελικά, μετά από έξι χρόνια γάμου. Λόγω της κρίσης, αναγκάστηκα να κλείσω το μαγαζί μου, δεν ήταν κερδοφόρο. Καθώς δεν έβρισκα δουλειά στην Θεσσαλονίκη, το 2013, πήρα το δρόμο του γυρισμού για τη Βουλγαρία, όπου έπιασα δουλειά σε μια βιοτεχνία, ενώ και ο γιος μου, για να μπορεί να πληρώνει την κάρτα μεταφορών ώστε να πηγαινοέρχεται στο σχολείο, εργαζόταν ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του χωριού μου. Έπαιρνα δανεικά για να μπορούμε να επιβιώνουμε. Ήθελα, όμως, να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη. Αυτό και έκανα τον Ιούνιο του 2017. Βρήκα, αρχικά, στέγη στον ξενώνα της Μητέρας Τερέζας της Καλκούτας και λίγο αργότερα έπιασα δουλειά σε ένα συνεργείο καθαρισμού. Μπόρεσα, έτσι, να νοικιάσω κι ένα σπιτάκι. Ξεκίνησα να φοιτώ και σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. Δούλευα σπαστό ωράριο, αλλά ο εργοδότης μου όλο και μου έδινε παραπάνω ώρες. Άρχισα να κουράζομαι, να έχω προβλήματα με την υγεία μου. Τα Χριστούγεννα, μάλιστα, του 2017 με απέλυσε. Φοβήθηκα πολύ, αλλά, ευτυχώς, βρήκα δουλειά ως καθαρίστρια σε μια τράπεζα για λίγες ώρες. Ίσα ίσα μου έφταναν τα χρήματα για να πληρώνω το ενοίκιό μου. Δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα, κινδύνευα να βρεθώ στο δρόμο. Για τη «σχεδία» έμαθα μέσα από το Κέντρο Ημέρας του δήμου. Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο το Μάιο. Κατόρθωσα να ξανασταθώ στα πόδια μου. Μπορώ πια να πληρώνω το ενοίκιό μου, έστω και με πολλή οικονομία. Κέρδισα τη χαμένη μου