Dec. 1, 2016

Μανόλης Παπαγιαννάκης, 56 ετών

Γεννήθηκα στον Βύρωνα το 1960. Μεγάλωσα με τη γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου τη μητριά μου, καθώς η μητέρα μου έφυγε όταν ήμουν ενός έτους και πήγε εργάτρια στη Γερμανία. Μου έφερνε μονάχα κάποια δώρα το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, τα άνοιγε και έφευγε. Η πρώτη φορά που βρεθήκαμε και κουβεντιάσαμε ήταν όταν ήμουν 17 χρόνων. Τότε ήταν που παραδέχθηκε ότι ήταν μεγάλο της σφάλμα που δεν είχε επικοινωνία μαζί μου. Ποτέ δεν έμαθα γιατί χώρισαν. Όταν τη ρώτησα το λόγο, με έδιωξε και μου είπε: «Γύρνα στον πατέρα σου». Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχικά. Δεν είχα καν δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Πήγα σχολείο μέχρι το δημοτικό. Δεν έπαιρνα τα γράμματα, και ο πατέρας μου επέμενε να βγω να δουλέψω. Από 11 χρόνων εργαζόμουν είτε σε συνεργεία αυτοκινήτων είτε με τον πατέρα μου, που είχε μαγαζί επισκευής και κατασκευής θαλάμων ασανσέρ. Όταν τα άλλα παιδιά έκαναν διακοπές, εγώ δούλευα. Μου άρεσε ό,τι είχε σχέση με το εμπόριο, για αυτό  στα 17  μου άνοιξα ένα ψιλικατζίδικο στο Παγκράτι. Μόλις, όμως, πήγα φαντάρος έκλεισε, καθώς δεν μπορούσε να το κρατήσει ούτε ο πατέρας μου ούτε η μητριά μου. Μετά τη στρατιωτική θητεία, πήγα να δουλέψω μαζί με τον πατέρα μου, αλλά, καθώς είχε μετακομίσει από το Μπουρνάζι στο Γαλάτσι, τον είχαν χάσει οι πελάτες του. «Κανόνισε να βρεις άλλη δουλειά», μου είπε. Χάρη σε μια γειτόνισσα, άρχισα να εργάζομαι ως εργάτης στην κλωστοϋφαντουργία ΕΤΜΑ.

Παράλληλα, παντρεύτηκα, το 1983 και τη γυναίκα μου. Ο γάμος έγινε έξι μήνες μετά τη γνωριμία μας. Ήταν τότε ήδη έγκυος στο γιο μας. Εργαζόταν ως γαζώτρια στην Καισαριανή, είχε σταθερή δουλειά, όπως κι εγώ. Έτσι, αποφασίσαμε να αγοράσουμε δικό μας σπίτι στη Νέα Φιλαδέλφεια. Είχε μαζέψει ένα εκατομμύριο δραχμές, και με αυτά τα χρήματα πληρώσαμε την προκαταβολή, ενώ χρεωθήκαμε γραμμάτια για επτά χρόνια. Από τις 70.000 δραχμές που ήταν ο μισθός μου, οι 64.000 πήγαιναν στην αποπληρωμή των γραμματίων.  Τα βγάζαμε δύσκολα πέρα. Όταν τα παιδιά ήταν μικρά και μέχρι να πάνε στο δημοτικό, έμενε το ένα με τη μία γιαγιά και το άλλο με την άλλη. Δεν μπορούσαμε να τα αναλάβουμε εμείς, γιατί δουλεύαμε όλη μέρα. Όταν αναγκάστηκα να φύγω από την ΕΤΜΑ, ύστερα από επτά χρόνια εργασίας, άρχισα να καθαρίζω πολυκατοικίες στη γειτονιά μου. Το έμαθε, ο πατέρας μου και με κάλεσε να δουλέψω μαζί του στο μαγαζί. Θεωρούσε υποτιμητική τη δουλειά που έκανα. Δέχτηκα, υπό την προϋπόθεση ότι θα μου κολλούσε ένσημα. Στα οκτώ χρόνια που δούλευα ως ανήλικος, είχα μόνο εννιά μήνες ένσημα. Από το 1997, που έπαθε μηνιγγίτιδα ο πατέρας μας, αναλάβαμε το μαγαζί με τον αδερφό μου. Εκείνος ήταν στη διοίκηση και εγώ δούλευα ως εργάτης. Είχαμε φθάσει να απασχολούμαστε πέντε άτομα. Η κρίση μάς έπιασε το 2005. Η γυναίκα μου μαζί με άλλα 300 άτομα απολύθηκε από το εργοστάσιο παραγωγής γυναικείων εσωρούχων όπου δούλευε. Η κόρη μου, που φοιτούσε στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων στην Κοζάνη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές της, καθώς δεν είχα πια χρήματα να της στέλνω. Η γυναίκα μου, από την άλλη, έπαθε κατάθλιψη. Κατηγορούσε τον εαυτό της για την απόλυσή της.  Δεν είχε το κουράγιο να ψάξει για δουλειά.  Ευτυχώς, το 2009  πήρε σύνταξη ως τρίτεκνη μητέρα, καθώς η μικρή μας κόρη ήταν ακόμη ανήλικη.  

Όμως, από το 2007, και η δική μου δουλειά άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα.  Από εκεί που έπαιρνα βδομαδιάτικο 200 ευρώ το μήνα, τη μια βδομάδα μού έδινε ο αδερφός μου 100 ευρώ, την άλλη 50, ενώ μερικές τίποτα. Ζούσε όλη η οικογένεια, ουσιαστικά, με τη σύνταξη της γυναίκας μου, ενώ έφθασα να χρωστάω σχεδόν 20.000 ευρώ στην τράπεζα. Μια μέρα, το 2011, κι αφού είχα δουλέψει ώς τις εννιά το βράδυ, επί δώδεκα ώρες, ο αδερφός μου –που είχε κάνει συνεταίρο του τον άνδρα της τωρινής του γυναίκας χωρίς να με ειδοποιήσει–, μου έκανε παρατήρηση που έφευγα από το μαγαζί. Του απάντησα: «Να μην πάω να δω την οικογένειά μου; Έτσι και αλλιώς, δεν πληρώνομαι, σου χαρίζω και το μαγαζί και όλα» και έφυγα. Για έξι μήνες, έψαχνα για δουλειά, είχα μοιράσει κάρτες μου για να αναλάβω καθαρισμό και βάψιμο πολυκατοικιών, απευθύνθηκα σε τρεις τέσσερις γνωστούς, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Απογοητεύτηκα, κλείστηκα στον εαυτό μου. Ήμουν όλη μέρα κλεισμένος στο σπίτι, μπροστά στο ίντερνετ, χωρίς να κάνω τίποτε. Η γυναίκα μου προσπαθούσε να με κινητοποιήσει, αλλά είχα χάσει κάθε ελπίδα. Με είχε πάρει από κάτω. Μου έδινε 50 ευρώ να πάω για ψώνια και έβαζα τα 15 στην τσέπη να πάρω τα τσιγάρα μου. Ντρεπόμουν να της ζητάω λεφτά. Για τη «σχεδία» μου είπε ο γιος μου. Μπήκα στο ίντερνετ και το έψαξα. Συνειδητοποίησα τι ακριβώς ήταν και αποφάσισα να περάσω από τα γραφεία. Ξεκίνησα τον Οκτώβριο του 2015. Η «σχεδία» με έβγαλε από το σπίτι ύστερα από 4,5 χρόνια. Εκεί που ήμουν πεσμένος, ήρθε και με σήκωσε.  Την ευχαριστώ που μου έδωσε τη δυνατότητα να βγάζω τα προσωπικά μου έξοδα και να βοηθάω την οικογένειά μου. Η επαφή μου με τον κόσμο, τα χαμόγελα και η καλοσύνη που εισπράττω κάθε μέρα είναι κάτι πρωτόγνωρο για μένα και μου δίνουν ώθηση να ελπίζω για ένα καλύτερο μέλλον. Εύχομαι να καταφέρω να βρω μια σταθερή δουλειά.