17 Ιανουαρίου 2018

Ελένη Αγγελή, 52 ετών

Γεννήθηκα στο Ζευγολατιό Κορινθίας το 1965. Οι γονείς μου ήταν εργάτες γης, δεν είχαν δικά τους χωράφια. Για αυτό και όταν ήμουν έξι χρόνων ήρθαμε στον Πειραιά σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Ο πατέρας μου βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο με ηλεκτρικά, αλλά έκοψε τα δάχτυλά του στην πρέσσα και βγήκε σε αναπηρική σύνταξη. Ήταν πολύ νέος και για να επιβιώσουμε έκανε μεροκάματα από εδώ και από εκεί. Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν και ρόδινα. Έτρωγα πολύ ξύλο από τον αδερφό μου. Μέχρι και στο νοσοκομείο είχα φτάσει. Οι γονείς μου το έβλεπαν και δεν αντιδρούσαν, μέχρι που δεν άντεξα και έφυγα από το σπίτι, ενώ εγκατέλειψα και το σχολείο. Ήμουν μόλις 12 χρόνων. Είχα ήδη ξεκινήσει τα ναρκωτικά χάπια. Για να μη με βρουν οι δικοί μου, είχα πάει στην Κυψέλη, όπου έμενα με μία κοπέλα, που ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή μου. Αλητεύαμε μαζί. Ήταν αυτή η κοπέλα που με συντηρούσε, η οποία μου έμαθε στα 15 μου και την ηρωίνη. Ο σκοπός της δεν ήταν άλλος από το να με κάνει βαποράκι. Σε ηλικία 15 χρόνων, με βρήκαν και οι γονείς μου. Τελικά, με έκλεισαν σε ένα αναμορφωτήριο στου Παπάγου. Εκεί μας φερόντουσαν πολύ άσχημα. Τρώγαμε πολύ ξύλο. Εγώ το έσκαγα κάθε βράδυ, μέχρι που με έβγαλαν ανεπιθύμητη και δεν με δεχόντουσαν πίσω. Εκείνη την περίοδο, είχα νοικιάσει ένα σπίτι στην Αμφιθέα κι έκανα το βαποράκι. Στα 19 μου, μια κοπέλα που φιλοξενούσα με έδωσε στην αστυνομία, η οποία εισέβαλε στο σπίτι και βρήκε ένα τέταρτο ηρωίνη. Έκατσα δυόμισι χρόνια στη φυλακή. Για να επιβιώσω εκεί, θέλοντας και μη, έπρεπε να σκληρύνω. Σε ένα επισκεπτήριο του πατέρα μου, τον είδα με άσπρα μαλλιά και μαγκούρα. Μόλις τον είδα σε αυτήν την κατάσταση, είπα: «Τέλος για μένα τα ναρκωτικά». Τα έβαλα με τον εαυτό μου.  Έκοψα τις ουσίες μαχαίρι από μόνη μου. Πέρασα στερητικά μέσα στο κελί. Όταν αποφυλακίστηκα, το 1987, πήγα να μείνω με τους γονείς μου. Βρήκα και δουλειά σε ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών του Πειραιά. Τότε γνώρισα και τον άνδρα μου. Παντρευτήκαμε την ίδια χρονιά. Δούλευε στην κρεαταγορά του Ρέντη. Τον έχασα, όμως, ένα χρόνο μετά το γάμο μας. Πήγαινε με το παπάκι του στη δουλειά κι ένας οδηγός που ερχόταν από το αντίθετο ρεύμα τον χτύπησε και τον παράτησε. Πέθανε από εσωτερική αιμορραγία. Όταν με ειδοποίησαν για το τι είχε συμβεί, κατέρρευσα. Μόλις με συνέφεραν, δεν μπορούσα να επικοινωνήσω. Είχα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου. Για δύο χρόνια νοσηλεύτηκα σε ψυχιατρική κλινική. Είχα πάθει βαριάς μορφής κατάθλιψη. Όταν βγήκα από την κλινική, ξαναέμπλεξα με τα ναρκωτικά. Πίστευα ότι αυτός ο δρόμος θα με βοηθούσε να ξεχάσω αυτό που μου συνέβη και την πάτησα για τα καλά. Το 1993, μια κοπέλα που φιλοξενούσα στο σπίτι και ήθελε να καθαρίσει από τις ουσίες με έδωσε στην αστυνομία. Βρήκαν ενάμισι κιλό χασίς και καταδικάστηκα σε ισόβια, γιατί η κοπέλα υπέγραψε ότι το εμπορευόμουν. Με το που μπήκα στη φυλακή, σταμάτησα τα ναρκωτικά. Ένιωθα τύψεις που είχα ξανακάνει το ίδιο λάθος. Άρχισα να διαβάζω πάρα πολύ στη φυλακή, από Καζαντζάκη και Καβάφη μέχρι θρησκευτικά βιβλία. Μου άρεσαν ιδιαίτερα οι βίοι των αγίων. Για να απασχολώ το μυαλό μου και να μη νεκρωθώ, συμμετείχα και στο εργαστήρι ζωγραφικής. Το 2006 γράφτηκα και στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας στον Κορυδαλλό. Ήμουν πολύ καλή μαθήτρια. Μόλις σχολάγαμε, πήγαινα στο κελί μου και διάβαζα για την επόμενη μέρα. Το 2007, μεταφέρθηκα στις γυναικείες φυλακές του Ελεώνα, όπου αποφοίτησα από το σχολείο την επόμενη χρονιά. Εκεί ένιωθα ελεύθερη και όχι δέσμια. Ερχόντουσαν διάφοροι σύλλογοι από τη Θήβα και μας μάθαιναν να μαγειρεύουμε, να κάνουμε γλυκά του κουταλιού, χειροτεχνίες, κεντήματα. Αποφυλακίστηκα το Δεκέμβριο του 2009. Για ένα χρόνο προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι. Ήθελα να βρω μια δουλειά και να ξαναρχίσω μια ήρεμη και φυσιολογική ζωή. Πήγα να μείνω με τη μητέρα μου, ενώ βρήκα εργασία ως καθαρίστρια στο ΙΚΑ του Πειραιά. Εκεί εργάστηκα τρία χρόνια, ενώ μετά απασχολήθηκα πάλι στον τομέα της καθαριότητας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο. Εκεί έμαθα από έναν εργαζόμενο στο πανεπιστήμιο για το περιοδικό. Ξεκίνησα ως πωλήτρια προς το τέλος του 2014. Η «σχεδία» με βοήθησε να ξανασταθώ στα πόδια μου. Ως άμυνα, είχα γίνει αντικοινωνικός άνθρωπος. Πλέον, απολαμβάνω την επαφή μου με τον κόσμο. Ξαναβρήκα το χαμόγελο που είχα χάσει. Για τρεις μήνες, έλειψα από το περιοδικό γιατί είχε πάθει εγκεφαλικό η μητέρα μου κι έπρεπε να την προσέχω, ενώ παράλληλα είχα αρρωστήσει κι εγώ με πνευμονική εμβολή. Την έχασα τον Αύγουστο. Είχα αγκιστρωθεί από εκείνην. Ήταν σαν να έχανα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Χρωστάω ενοίκια και λογαριασμούς. Θα ήθελα να βρω μια σταθερή δουλειά, ώστε να μπορώ να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου, αλλά τη «σχεδία» δεν θα την άφηνα.