01 Μαΐου 2018

Άρης Κολίτση, 31 ετών

 

«Το χέρι που μου τείνουν οι άνθρωποι, η “καλημέρα” με ανέβασε ψυχολογικά.  Εκεί που ήμουν πεσμένος, μου δόθηκε ένα κίνητρο να παλέψω για τη ζωή μου».

 

Γεννήθηκα το 1987 στην Αλβανία, στη Λάτσι, μια μικρή πόλη λίγα χιλιόμετρα έξω από Τίρανα. Η μάνα μου εργαζόταν ως λογίστρια σε ένα κρατικό εργοστάσιο, ενώ ο πατέρας μου είχε ένα φορτηγό και εφοδίαζε με λάδι καταστήματα σε όλη την Αλβανία. Το 1991, σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, ήρθαμε με τα πόδια στην Ελλάδα. Εγκατασταθήκαμε στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Ηπείρου. Η μητέρα μου έπιασε δουλειά σαν οικιακή βοηθός και ο πατέρας μου στην οικοδομή. Στο σχολείο βίωσα μεγάλο ρατσισμό. Τα άλλα παιδιά δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα επειδή ήμουν από την Αλβανία. Μου έλεγαν: «Εσύ δεν έχεις θέση εδώ πέρα» ή «τι ήρθες να κάνεις στην Ελλάδα;». Μια φορά, μάλιστα, με είχαν κλειδώσει στην τουαλέτα του σχολείου, όπου με βρήκε η καθαρίστρια αφού είχαν τελειώσει τα μαθήματα. Η διαφυγή μου ήταν το μπάσκετ. Από 10 χρόνων, είχα γραφτεί στον αθλητικό σύλλογο «Αετός» της Αττικής. Ήμασταν σαν αδέρφια τα παιδιά της ομάδας. Είτε κερδίζαμε είτε χάναμε, αυτό που μας ένοιαζε ήταν να διασκεδάζουμε τους αγώνες. Μέσα από το μπάσκετ, έμαθα να μοιράζομαι πράγματα, να μην είμαι ακατάδεκτος. Βίωσα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, ουσιαστικά δεν έζησα την παιδική μου ηλικία. Από εννιά χρόνων δούλευα για να συνδράμω οικονομικά την οικογένειά μου. Βοηθούσα τη μητέρα μου, που εργαζόταν στην κουζίνα μιας μουσικής σκηνής στο κέντρο της Αθήνας, να πλένει τα πιάτα, να ετοιμάζει τις σαλάτες. Ξεκινούσα στις 10 το βράδυ και δούλευα ώς τις έξι το πρωί, ενώ στις οκτώ έπρεπε να είμαι στο σχολείο. Αυτό συνέβαινε επί τέσσερα χρόνια. Στη συνέχεια, πάντοτε θυμάμαι τον εαυτό μου μετά το σχολείο να δουλεύει. Είτε βοηθώντας τον ξάδερφό μου, που είχε επιχείρηση με πόρτες ασφαλείας, είτε ως βοηθός πλακά, είτε ως βοηθός ελαιοχρωματιστή. Είχαν αντιστραφεί οι ρόλοι. Έπρεπε εγώ και η μητέρα μου να αναλάβουμε την ευθύνη της οικογένειας, γιατί ο πατέρας μου ήταν εθισμένος στο αλκοόλ. Ερχόταν κάθε μέρα μεθυσμένος από τη δουλειά, ενώ χτυπούσε και τα δυο μου αδέρφια. Ο μεγαλύτερος, επειδή τον φοβόταν, έφευγε από το σπίτι και ερχόταν όταν εκείνος έλειπε. Αυτή η κακοποίηση άφησε τραύματα και στα δυο μου αδέρφια. Ο μεγάλος αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Είχε νοσηλευτεί και στο ψυχιατρείο. Σε μεγάλη ηλικία, έμπλεξε και με τα ναρκωτικά. Τον χάσαμε πέρσι από τις ουσίες. Συνήθως, κοιμόταν εκτός σπιτιού. Μια νύχτα ήρθε να κοιμηθεί στο σπίτι μας. Δεν ξύπνησε ποτέ. Ο μικρότερος αδερφός μου μπήκε στα ναρκωτικά μόλις στα 14 του χρόνια. Ευτυχώς, μέσα στη φυλακή, όπου είχε μπει για κλοπές και εμπορία ναρκωτικών, μπόρεσε να αποτοξινωθεί. Έχει πια αποφυλακιστεί από το 2014. Αυτά τα βιώματα ήταν ένα πραγματικό μάθημα ζωής για μένα και με έκαναν να μην το βάζω ποτέ κάτω. Μετά το γυμνάσιο, πήγα σε επαγγελματικό λύκειο. Ήθελα να πάρω την ειδικότητα του υδραυλικού, αλλά, για να κάνω το χατίρι της μητέρας μου, επέλεξα, τελικά, εκείνη του βοηθού μάγειρα. Στην πορεία, άρχισε να μου αρέσει και εμένα. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, έκανα πρακτική στο γενικό κρατικό νοσοκομείο της Νίκαιας και σε ένα εστιατόριο στον Πειραιά. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, επειδή είχε μείνει ευχαριστημένος από τη δουλειά μου, με κράτησε και μετά το πέρας της πρακτικής. Εκεί άντεξα μόνο ένα χρόνο, καθώς δεν με πλήρωνε, ενώ με είχε και ανασφάλιστο. Μοιραία, σηκώθηκα και έφυγα. Μονάχα το καλοκαίρι του 2007 μπόρεσα να βρω εργασία στον τομέα μου, ως βοηθός μάγειρα σε ένα ξενοδοχείο στη Σκιάθο και σε ένα εστιατόριο στην Κέρκυρα. Τα επόμενα χρόνια έστελνα συνέχεια βιογραφικά. Αυτό που άκουγα διαρκώς ήταν: «Θα σε πάρουμε τηλέφωνο». Ποτέ κανένας, όμως, δεν με ειδοποιούσε. Για να βιοποριστώ, άρχισα να καθαρίζω περιστασιακά σπίτια και κήπους ή να κάνω βαψίματα. Το 2009, μέσα από ένα φίλο μου από τη γειτονιά που είναι από τη Συρία, έμαθα για την εθνική ποδοσφαιρική ομάδα αστέγων. Έκτοτε, συμμετέχω ανελλιπώς στις προπονήσεις. Στην ομάδα, γνώρισα ανθρώπους που με αγκάλιασαν. Αισθάνθηκα, για πρώτη φορά, ότι υπάρχει κόσμος εκεί έξω που έχει ανθρωπιά. Βέβαια, κουράζομαι εύκολα, γιατί γεννήθηκα με σχιστία χείλους και στραβή μύτη, με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι στην αναπνοή. Από πέντε χρόνων, έχω κάνει έξι εγχειρήσεις. Στη «σχεδία» ήρθα το 2013, λίγους μόλις μήνες μετά τη δημιουργία της. Η επαφή μου με τον κόσμο με εμψύχωσε. Αυτό το χέρι που μου τείνουν οι άνθρωποι που έχουν αγκαλιάσει τη «σχεδία», η καλημέρα που μου λένε με ανέβασε ψυχολογικά. Εκεί που ήμουν πεσμένος, μου δόθηκε ένα κίνητρο να παλέψω για τη ζωή μου. Πριν από δυο χρόνια, θα γεννηθεί και ο γιος μου. Μπορεί πια με την κοπέλα μου να μην είμαστε μαζί, αλλά ο ερχομός του παιδιού με έκανε πιο δυνατό και πιο υπεύθυνο. Πρωτύτερα, τα έβλεπα όλα μαύρα, τώρα πια έχω όρεξη για τη ζωή.