March 1, 2017

Αντώνης Γιακισικόγλου, 37 ετών

 «Δεκαέξι  μήνες στη “σχεδία”, είμαι πλέον ένας νέος άνθρωπος που κάνει όνειρα ξανά, έχω χόμπι, ενώ, πριν από εννιά μήνες, κατάφερα να νοικιάσω τον δικό μου χώρο, το σπίτι μου, κάτι που τόσο ήθελα και είχα ανάγκη».

Γεννήθηκα το 1980 στην Πρέβεζα. Όταν ήμουν τριών χρόνων, ο πατέρας  μου σκοτώθηκε σε τροχαίο. Μετά το θάνατό του, η μητέρα μου έδωσε το μερίδιό του στο  τζαμάδικο όπου δούλευε και εγκατασταθήκαμε στο πατρικό της, στο Μαργαρίτι Θεσπρωτίας. Στο χωριό ένιωθα στιγματισμένος ως «ο ορφανός». 
 
Στα οκτώ μου χρόνια, μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα μου είχε πιάσει δουλειά ως γαζώτρια σε μια βιοτεχνία. Ζούσαμε πολύ φτωχικά. Μεγάλωσα, όμως,  με έντονη την αίσθηση της ελευθερίας. Δεν μου άρεσε το σχολείο. Από το δημοτικό, ήδη, έκανα κοπάνες. Στην Α’ και Β’ Γυμνασίου, μάλιστα, είχα μείνει μετεξεταστέος. Μετά την Α’ Λυκείου, γράφτηκα σε μια τεχνική σχολή για να γίνω ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων. Με παρότρυναν οι συγγενείς μου «να μάθω μια τέχνη», αλλά εγώ δεν ήθελα, ονειρευόμουν να γίνω ηθοποιός. Πάντα μου άρεσε να ψυχαγωγώ τους άλλους, ήμουν η ψυχή της παρέας. Παράτησα, τελικά, τη σχολή και γράφτηκα σε ένα τεχνικό λύκειο, παίρνοντας ειδικότητα τεχνολόγου τροφίμων. Από 16 χρόνων, τα καλοκαίρια, πήγαινα στα Χανιά και πουλούσα σε έναν πάγκο στο λιμάνι χειροποίητα κοσμήματα που έφτιαχνε η μητέρα μου.
 
Μόλις τέλειωσα το τεχνικό λύκειο, εγκαταστάθηκα μόνιμα στα Χανιά, ενώ ύστερα από λίγο διάστημα ήρθε μαζί μου και η μητέρα μου. Πέρα από την πώληση των κοσμημάτων, δούλευα και ως σερβιτόρος σε ένα καφέ-μπαρ που διατηρούσε ο αδερφός της μητέρας μου στην πόλη. Και οι δύο απασχολήσεις μού πρόσφεραν αυτό που πάντα επιζητούσα: επικοινωνία με κόσμο. Από 17 χρόνων, όμως, είχα μπλέξει με τις ουσίες, χάπια και χασίς. Ξεσπούσα εναντίον του εαυτού μου, καθώς με θεωρούσα υπεύθυνο για το θάνατο του πατέρα μου. Μια μέρα, το 2003, αποφάσισα να μην ξαναπιώ ποτέ και το τήρησα. Το 2005, αναγκαστήκαμε να έρθουμε στην Αθήνα, καθώς δεν μας ανανέωναν την άδεια του πάγκου, ενώ και οικονομικά δεν βγαίναμε.  Άρχισα να πουλάω κοσμήματα σε πάγκο στο Θησείο. Εργαζόμουν 14 με 15 ώρες την ημέρα. Με την έλευση της κρίσης, η δουλειά  έπεφτε ολοένα και περισσότερο, μέχρι που το 2012 λέω: «Δεν πάει άλλο». Μάζεψα όσα χρήματα είχα και πήγα στα Γιάννενα, όπου άνοιξα το δικό μου καφέ. Στο μαγαζί η μουσική που επέλεγα ήταν έντεχνα, ρεμπέτικα, τζαζ, ρέγγε, ένα στιλ που ξένιζε κάποιους. Δυστυχώς, ύστερα από 10 μήνες, το μαγαζί ναυάγησε, ενώ και τα χρήματά μου είχαν πια εξαντληθεί. Επέστρεψα στην Αθήνα, με χρέη και ματαιωμένος. Θεωρούσα τον εαυτό μου υπεύθυνο για την αποτυχία του μαγαζιού. Για ένα διάστημα είχα κλειστεί στο σπίτι και δεν ήθελα να δω κανέναν. Η πώληση κοσμημάτων δεν απέδιδε και όσο δεν απέδιδε τόσο περισσότερο κλεινόμουν στον εαυτό μου.
 
Έψαχνα για δουλειά, αλλά δεν έβρισκα τίποτα. Μια μέρα, το καλοκαίρι του 2014 που είχα στήσει τον πάγκο μου στον Κεραμεικό, αλληλοπλησιαστήκαμε με έναν πωλητή της «σχεδίας». Του λέω: «Δεν βγαίνω με τίποτα, δεν ξέρω τι να κάνω». Μου πρότεινε να έρθω στη «σχεδία» και μου εξήγησε πώς λειτουργεί. Δεν έκανα, όμως, αμέσως το βήμα να μπω στην ομάδα πωλητών του περιοδικού, αφού έψαχνα για δουλειά σε κάποιο νησί. Τελικά, θα βρεθώ στα γραφεία της «σχεδίας» το Φεβρουάριο του 2015.  Λίγο αργότερα, όμως, η κοπέλα  με την οποία ήμουν τότε μαζί μού βρήκε δουλειά σε ένα συνεργείο στη Θεσσαλονίκη που καθάριζε καταστήματα γνωστής αλυσίδας σουπερμάρκετ, όπου εργαζόταν κι εκείνη. Δούλεψα, όμως, μόλις ένα μήνα, καθώς οι συνθήκες δεν ήταν αυτές που περίμενα.
 
Παράλληλα, και η σχέση μου κατέρρευσε. Στη «σχεδία» εντάχθηκα, τελικά, τον Οκτώβριο του 2015.  Ευτυχώς, γιατί άλλαξε η ζωή μου. Είχα, επιτέλους, μια δουλειά, ξαναβρήκα την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αλλά και στον κόσμο. Η οικογένεια της «σχεδίας» με αγκάλιασε και αισθάνθηκα ότι ανήκα κάπου. Ήταν και η ιδεολογία μου που ταίριαζε με το περιοδικό. Αισθάνθηκα, όμως, και την αγάπη του κόσμου, από την πρώτη στιγμή. Δεκαέξι  μήνες στη «σχεδία», είμαι πλέον ένας νέος άνθρωπος που κάνει όνειρα ξανά, έχω χόμπι (το μπάσκετ), ενώ, πριν από εννιά μήνες, κατάφερα να νοικιάσω τον δικό μου χώρο, το σπίτι μου, κάτι που τόσο ήθελα και είχα ανάγκη. Ξέρεις, είχα σταματήσει να ονειρεύομαι. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στη «σχεδία» και στους ανθρώπους που αγοράζουν το περιοδικό. Ταυτόχρονα, βέβαια, ψάχνω να βρω και μια δουλειά. Θα  ήθελα να ξαναδουλέψω ως σερβιτόρος, αλλά και να δημιουργήσω μια σταθερή σχέση, και γιατί όχι και μια οικογένεια.