01 Ιανουαρίου 2019

Ανδρέας Ράντζα, 32 ετών

 

 
 
— «Θυμάμαι τη γυναίκα που μου ζήτησε τη διεύθυνση του υπνωτηρίου. 
Λίγες ημέρες μετά, μου έστειλε ένα ζευγάρι παπούτσια και δύο μπλούζες».
 
 
 
 
Γεννήθηκα το 1986 στο Ελβασάν της Αλβανίας. Μεγάλωσα με τη μητέρα μου, τον παππού και τη γιαγιά. Ο πατέρας μου είχε μεταναστεύσει από το 1991 στην Ελλάδα. Δούλευε ως εργάτης γης στο χωριό Τιθορέα, στη Φθιώτιδα και μας έστελνε χρήματα για να ζήσουμε. Η μητέρα μου δεν δούλευε. Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Πριν έρθω στη ζωή εγώ και ο μεγαλύτερος αδερφός μου, είχε χάσει άλλα τέσσερα παιδιά στη γέννα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ φτωχικά. Συχνά, το μόνο που τρώγαμε μέσα στην ημέρα ήταν ξερό ψωμί που το βουτάγαμε στο νερό να μαλακώσει και του ρίχναμε λίγο αλάτι. Ένιωθα την ανάγκη από πολύ μικρός να πιάσω δουλειά, για να συντηρήσω την οικογένεια. Έτσι, όταν ήμουν μαθητής στην Πέμπτη Δημοτικού, πήρα την απόφαση να έρθω στην Ελλάδα. Ήταν Ιούνιος του 1997 και η μητέρα, όπως κάθε μέρα, με άφησε στο σχολείο. Εγώ προφασίστηκα στη δασκάλα ότι ήμουν αδιάθετος και έφυγα. Με άλλα πέντε παιδιά ξεκινήσαμε το ταξίδι με τα πόδια για την Ελλάδα. Ήμουν ο μικρότερος, οι υπόλοιποι ήταν από 15 ώς 22 χρόνων.  Περπατούσαμε για 15 μέρες. Ζαλιζόμουν από την πείνα. Το μόνο που είχα μαζί μου ήταν μια τσάντα με λίγο ψωμί, νερό και ζάχαρη. Έχασα δέκα κιλά σε αυτό το ταξίδι. Όταν φτάσαμε έξω από την Καστοριά, μας συνέλαβε η αστυνομία. Βλέποντάς με τόσο μικρό, οι αστυνομικοί θεωρούσαν ότι ήμουν θύμα εμπορίας. Δεν πίστευαν ότι ήθελα να πάω κοντά στον πατέρα μου. Τελικά, κατάφερε η αστυνομία και εντόπισε τον πατέρα μου, ο οποίος ήρθε να με πάρει. Μόλις τρεις ημέρες μετά τον ερχομό μου στην Τιθορέα, έπιασα δουλειά στα καπνά μαζί με τον πατέρα μου. Τα κόβαμε, τα ξεραίναμε, τα βάζαμε σε τσουβάλια και τα φορτώναμε στις νταλίκες. Δουλεύαμε καθημερινά από τις τρεισήμισι μέχρι τις δέκα το πρωί και από τις δύο ώς τις οκτώ το απόγευμα. Ήταν πολύ δύσκολη εργασία. Κάθε μέρα ήμουν παγωμένος, τα ρούχα μου τραβούσαν την υγρασία. Υπήρχαν μέρες που δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Στα 16 μου, ήρθε να μείνει μαζί μας η μητέρα και ο αδερφός μου. Δούλεψε κι εκείνη στα καπνά, ενώ ο αδερφός μου εργαζόταν σε ένα θερμοκήπιο όπου καλλιεργούνταν πιπεριές. Εγκατέλειψα τη δουλειά στα καπνά, το 2008, στα 22 μου χρόνια. Πήρα την απόφαση να δουλέψω στην οικοδομή. «Πιο καλά στις σκαλωσιές, παρά να είμαι κάθε τόσο άρρωστος», σκέφτηκα. Έγινα βοηθός ενός μάστορα που έφτιαχνε τούβλα. Για ένα διάστημα δούλεψα και σε καλλιέργειες βαμβακιού, αλλά δεν πληρωνόμουν και τα παράτησα. Από το 2015, τα μεροκάματα στην οικοδομή άρχισαν να λιγοστεύουν.  Έκανα όποια δουλειά έβρισκα μπροστά μου, ελαιοχρωματιστής, καθάριζα χωράφια. Ήταν Δεκέμβριος του 2016 και οι γονείς μου ήθελαν να περάσουν τις γιορτές στην Αλβανία. Θα πήγαιναν μέχρι τη Θεσσαλονίκη με λεωφορείο, και από εκεί θα συνέχιζαν με αυτοκίνητο. Ήταν τέσσερις το πρωί όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από την αστυνομία της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς μου είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο, κι έπρεπε να κάνω την αναγνώριση. Το πώς δεν λιποθύμησα ένας Θεός το ξέρει. Πριν από ένα χρόνο, έχασα και τον αδερφό μου από καρκίνο. Η κόρη του ήταν λίγων μηνών και η γυναίκα του ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Έπρεπε να δίνω κουράγιο και στον εαυτό μου και στη νύφη μου. Μέχρι τον Απρίλιο, εργαζόμουν ως σερβιτόρος σε μία καφετέρια στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η δουλειά, όμως, δεν πήγαινε καλά. Ο ιδιοκτήτης απέλυε τον έναν εργαζόμενο μετά τον άλλον. Αποφάσισα να φύγω από μόνος μου και να έρθω στην Αθήνα. Είχα κάποια ξαδέρφια στην πρωτεύουσα, τα οποία, όμως, δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν. Έτσι, βρέθηκα να κοιμάμαι στο δρόμο. Πότε έξω από το σταθμό του μετρό στους Αμπελοκήπους, πότε έξω από το σταθμό του Πειραιά. Είχα ένα φίλο που δούλευε σε ένα φούρνο στους Αμπελοκήπους, που με άφηνε να κάθομαι εκεί μέχρι τη νύχτα, μου έδινε και καμιά τυρόπιτα. Ένας άλλος φίλος μου, αστυνομικός, όταν κοιμόμουν στο σταθμό του Πειραιά, με κερνούσε καφέ και κάτι να φάω. Έψαχνα για δουλειά, ως ελαιοχρωματιστής, ως λαντζιέρης, αλλά μάταια. Έλεγα στον εαυτό μου: «Κοίτα που κατάντησες, Ανδρέα, κι έκλαιγα». Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου κι είχα πάει να κάνω εξετάσεις στους Γιατρούς του Κόσμου. Εκεί με πληροφόρησαν για το υπνωτήριο του δήμου Αθηναίων. Για να γίνω δεκτός, όμως, έπρεπε να περάσω από εξετάσεις, όπως δερματολογικές, ψυχιατρικές. Ο ψυχίατρος με προέτρεψε να έρθω στη «σχεδία». Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο στις αρχές Οκτώβρη. Εκεί που είχα πέσει σε κατάθλιψη, επέστρεψε το χαμόγελο στα χείλη μου. Ανέβηκα ψυχολογικά. Μπορώ πια να πάρω έναν καφέ, ένα πιάτο φαγητό. Η αλληλεγγύη του κόσμου είναι μεγάλη. Θυμάμαι εκείνη τη γυναίκα που μου έφερε στο πόστο ένα μπουκάλι νερό, μια τυρόπιτα κι έναν καφέ και ζήτησε να της δώσω τη διεύθυνση του υπνωτηρίου όπου μένω για να μου στείλει ρούχα.  Όντως, ύστερα από λίγες ημέρες, μου έστειλε ένα ζευγάρι παπούτσια και δύο μπλούζες.  
 
 
 
— «Θυμάμαι τη γυναίκα που μου ζήτησε τη διεύθυνση του υπνωτηρίου. 
Λίγες ημέρες μετά, μου έστειλε ένα ζευγάρι παπούτσια και δύο μπλούζες».
 
 
 
 
Γεννήθηκα το 1986 στο Ελβασάν της Αλβανίας. Μεγάλωσα με τη μητέρα μου, τον παππού και τη γιαγιά. Ο πατέρας μου είχε μεταναστεύσει από το 1991 στην Ελλάδα. Δούλευε ως εργάτης γης στο χωριό Τιθορέα, στη Φθιώτιδα και μας έστελνε χρήματα για να ζήσουμε. Η μητέρα μου δεν δούλευε. Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Πριν έρθω στη ζωή εγώ και ο μεγαλύτερος αδερφός μου, είχε χάσει άλλα τέσσερα παιδιά στη γέννα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ φτωχικά. Συχνά, το μόνο που τρώγαμε μέσα στην ημέρα ήταν ξερό ψωμί που το βουτάγαμε στο νερό να μαλακώσει και του ρίχναμε λίγο αλάτι. Ένιωθα την ανάγκη από πολύ μικρός να πιάσω δουλειά, για να συντηρήσω την οικογένεια. Έτσι, όταν ήμουν μαθητής στην Πέμπτη Δημοτικού, πήρα την απόφαση να έρθω στην Ελλάδα. Ήταν Ιούνιος του 1997 και η μητέρα, όπως κάθε μέρα, με άφησε στο σχολείο. Εγώ προφασίστηκα στη δασκάλα ότι ήμουν αδιάθετος και έφυγα. Με άλλα πέντε παιδιά ξεκινήσαμε το ταξίδι με τα πόδια για την Ελλάδα. Ήμουν ο μικρότερος, οι υπόλοιποι ήταν από 15 ώς 22 χρόνων.  Περπατούσαμε για 15 μέρες. Ζαλιζόμουν από την πείνα. Το μόνο που είχα μαζί μου ήταν μια τσάντα με λίγο ψωμί, νερό και ζάχαρη. Έχασα δέκα κιλά σε αυτό το ταξίδι. Όταν φτάσαμε έξω από την Καστοριά, μας συνέλαβε η αστυνομία. Βλέποντάς με τόσο μικρό, οι αστυνομικοί θεωρούσαν ότι ήμουν θύμα εμπορίας. Δεν πίστευαν ότι ήθελα να πάω κοντά στον πατέρα μου. Τελικά, κατάφερε η αστυνομία και εντόπισε τον πατέρα μου, ο οποίος ήρθε να με πάρει. Μόλις τρεις ημέρες μετά τον ερχομό μου στην Τιθορέα, έπιασα δουλειά στα καπνά μαζί με τον πατέρα μου. Τα κόβαμε, τα ξεραίναμε, τα βάζαμε σε τσουβάλια και τα φορτώναμε στις νταλίκες. Δουλεύαμε καθημερινά από τις τρεισήμισι μέχρι τις δέκα το πρωί και από τις δύο ώς τις οκτώ το απόγευμα. Ήταν πολύ δύσκολη εργασία. Κάθε μέρα ήμουν παγωμένος, τα ρούχα μου τραβούσαν την υγρασία. Υπήρχαν μέρες που δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Στα 16 μου, ήρθε να μείνει μαζί μας η μητέρα και ο αδερφός μου. Δούλεψε κι εκείνη στα καπνά, ενώ ο αδερφός μου εργαζόταν σε ένα θερμοκήπιο όπου καλλιεργούνταν πιπεριές. Εγκατέλειψα τη δουλειά στα καπνά, το 2008, στα 22 μου χρόνια. Πήρα την απόφαση να δουλέψω στην οικοδομή. «Πιο καλά στις σκαλωσιές, παρά να είμαι κάθε τόσο άρρωστος», σκέφτηκα. Έγινα βοηθός ενός μάστορα που έφτιαχνε τούβλα. Για ένα διάστημα δούλεψα και σε καλλιέργειες βαμβακιού, αλλά δεν πληρωνόμουν και τα παράτησα. Από το 2015, τα μεροκάματα στην οικοδομή άρχισαν να λιγοστεύουν.  Έκανα όποια δουλειά έβρισκα μπροστά μου, ελαιοχρωματιστής, καθάριζα χωράφια. Ήταν Δεκέμβριος του 2016 και οι γονείς μου ήθελαν να περάσουν τις γιορτές στην Αλβανία. Θα πήγαιναν μέχρι τη Θεσσαλονίκη με λεωφορείο, και από εκεί θα συνέχιζαν με αυτοκίνητο. Ήταν τέσσερις το πρωί όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από την αστυνομία της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς μου είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο, κι έπρεπε να κάνω την αναγνώριση. Το πώς δεν λιποθύμησα ένας Θεός το ξέρει. Πριν από ένα χρόνο, έχασα και τον αδερφό μου από καρκίνο. Η κόρη του ήταν λίγων μηνών και η γυναίκα του ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Έπρεπε να δίνω κουράγιο και στον εαυτό μου και στη νύφη μου. Μέχρι τον Απρίλιο, εργαζόμουν ως σερβιτόρος σε μία καφετέρια στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η δουλειά, όμως, δεν πήγαινε καλά. Ο ιδιοκτήτης απέλυε τον έναν εργαζόμενο μετά τον άλλον. Αποφάσισα να φύγω από μόνος μου και να έρθω στην Αθήνα. Είχα κάποια ξαδέρφια στην πρωτεύουσα, τα οποία, όμως, δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν. Έτσι, βρέθηκα να κοιμάμαι στο δρόμο. Πότε έξω από το σταθμό του μετρό στους Αμπελοκήπους, πότε έξω από το σταθμό του Πειραιά. Είχα ένα φίλο που δούλευε σε ένα φούρνο στους Αμπελοκήπους, που με άφηνε να κάθομαι εκεί μέχρι τη νύχτα, μου έδινε και καμιά τυρόπιτα. Ένας άλλος φίλος μου, αστυνομικός, όταν κοιμόμουν στο σταθμό του Πειραιά, με κερνούσε καφέ και κάτι να φάω. Έψαχνα για δουλειά, ως ελαιοχρωματιστής, ως λαντζιέρης, αλλά μάταια. Έλεγα στον εαυτό μου: «Κοίτα που κατάντησες, Ανδρέα, κι έκλαιγα». Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου κι είχα πάει να κάνω εξετάσεις στους Γιατρούς του Κόσμου. Εκεί με πληροφόρησαν για το υπνωτήριο του δήμου Αθηναίων. Για να γίνω δεκτός, όμως, έπρεπε να περάσω από εξετάσεις, όπως δερματολογικές, ψυχιατρικές. Ο ψυχίατρος με προέτρεψε να έρθω στη «σχεδία». Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο στις αρχές Οκτώβρη. Εκεί που είχα πέσει σε κατάθλιψη, επέστρεψε το χαμόγελο στα χείλη μου. Ανέβηκα ψυχολογικά. Μπορώ πια να πάρω έναν καφέ, ένα πιάτο φαγητό. Η αλληλεγγύη του κόσμου είναι μεγάλη. Θυμάμαι εκείνη τη γυναίκα που μου έφερε στο πόστο ένα μπουκάλι νερό, μια τυρόπιτα κι έναν καφέ και ζήτησε να της δώσω τη διεύθυνση του υπνωτηρίου όπου μένω για να μου στείλει ρούχα.  Όντως, ύστερα από λίγες ημέρες, μου έστειλε ένα ζευγάρι παπούτσια και δύο μπλούζες.