01 Οκτωβρίου 2018

Αλκιβιάδης Νικολάου, 40 ετών

 

— «Η αγάπη του κόσμου με αναζωογονεί. Θυμάμαι, την πρώτη μέρα, μια κυρία μου λέει: “Μη με παρεξηγήσετε”, και μου πρόσφερε ένα σάντουιτς».
 
 
Γεννήθηκα το 1978 στην Πάτρα. Ο πατέρας μου, που εργαζόταν ως πλεκτομηχανικός στην Αθήνα, έκανε συνέχεια ταξίδια στην επαρχία. Σε ένα από αυτά, γνώρισε τη μητέρα μου, που δούλευε ως πουκαμισού σε μια βιοτεχνία της αχαϊκής πρωτεύουσας, την ερωτεύτηκε, παντρεύτηκαν και έμειναν στην πόλη. Από μικρός έπαιζα μπάσκετ με τις ώρες στη γειτονιά. Στα οκτώ μου χρόνια, μάλιστα, γράφτηκα και στην ομάδα  μπάσκετ του Απόλλωνα Πάτρας. Σε ηλικία, όμως, 11 ετών, αναγκαστικά, σταμάτησα. Μετακομίσαμε στη Νέα Σμύρνη, από όπου καταγόταν ο πατέρας μου. Στην Πάτρα, έκλεινε το ένα εργοστάσιο μετά το άλλο και ο πατέρας μου θεώρησε ασφαλέστερο να συνεχίσει τη δουλειά του ως πλεκτομηχανικός στην Αθήνα. Τότε, σχεδόν κάθε Κυριακή με έπαιρναν οι φίλοι του πατέρα μου να πάμε στο γήπεδο να δούμε τον Πανιώνιο, τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και στο μπάσκετ. Στο σχολείο, δεν ήμουν καλός μαθητής. Κάποιες φορές είχα μείνει και μετεξεταστέος. Όταν, μάλιστα, έφθασα στην Α’ Λυκείου, στον δεύτερο μόλις μήνα των μαθημάτων, το εγκατέλειψα. Με είχε πιάσει μια φοβία ότι δεν θα τα καταφέρω. Ακόμη δεν έχω καταλήξει πού ακριβώς οφειλόταν. Οι γονείς μου προσπάθησαν να με μεταπείσουν ή τουλάχιστον να πάω να μάθω κάποια τέχνη, όμως δεν το τολμούσα. Μόλις απολύθηκα από φαντάρος, ξεκίνησα να κάνω διάφορες περιστασιακές δουλειές, ως φύλακας σε εταιρείες ή να μοιράζω φυλλάδια. Έψαχνα για μια πιο σταθερή δουλειά, αλλά χωρίς απολυτήριο λυκείου δεν είχα τύχη. Επιπλέον, οι βιολογικές μου αντοχές δεν μου επέτρεπαν να εργαστώ σε βαριές χειρωνακτικές δουλειές. Δεν μπορούσα να σηκώνω βάρη. Μοιραία, πήρα την απόφαση στα 23 μου να συνεχίσω το σχολείο σε νυχτερινό λύκειο. Τα κατάφερα να το ολοκληρώσω. Μου είχε κάνει εντύπωση που ήμουν από τους μικρότερους στην τάξη. Υπήρχαν άνθρωποι πάνω από σαράντα και πενήντα χρόνων, με οικογένεια, που ξανακάθονταν στα θρανία. Κατάλαβα, τότε, ότι ποτέ δεν είναι αργά. Έψαχνα μετά την αποφοίτησή μου για μια δουλειά γραφείου, αλλά δεν μπορούσα να βρω. Ήταν δύσκολο μονάχα με ένα απολυτήριο λυκείου. Τελικά, με την αδερφή μου καταφέραμε και ανοίξαμε ένα μαγαζί με καλλυντικά στο Μοσχάτο. Το κρατήσαμε για τρία χρόνια. Ίσα ίσα που έβγαζε τα έξοδά του. Έξι μήνες πριν κλείσουμε το μαγαζί, είχαμε χάσει και τη μητέρα μας από καρκίνο στη γνάθο. Προσπαθούσα να το διαχειριστώ ψύχραιμα, αλλά πονούσα πάρα πολύ. Ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου. Μετά  το κλείσιμο του μαγαζιού, με στήριζε οικονομικά ο πατέρας μου. Μέχρι σήμερα μένω μαζί του. Ήμουν άνεργος για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όταν, πάλι, έβρισκα κάποια δουλειά, αυτή ήταν πρόσκαιρη, είτε να μοιράζω φυλλάδια είτε ως συμβασιούχος οδοκαθαριστής στο δήμο Νέας Σμύρνης. Για ένα διάστημα, είχα εργαστεί και σε ένα ρολογάδικο στο Μοσχάτο. Έκανα τις εξωτερικές δουλειές, έπαιρνα ανταλλακτικά όποτε χρειαζόταν. Συνέχιζα πάντα να ψάχνω για κάποια άλλη δουλειά. Μάταια, όμως. Θυμάμαι που έκανα αιτήσεις να πάω να εργαστώ σε σουπερμάρκετ και μου έλεγαν: «Ξέρεις πόσες αιτήσεις έχουμε λάβει; Συμπλήρωσέ την και εσύ για να υπάρχει». Δεν με ειδοποιούσε, όμως, ποτέ κανένας. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο η μόνη μου απασχόληση ήταν να βγάζω βόλτα το σκυλάκι μιας κυρίας από τη γειτονιά. Έβγαζα ένα μικρό χαρτζιλίκι με αυτόν τον τρόπο. Κάλυπτα κάποιες στοιχειώδεις ανάγκες. Παρά τις δυσκολίες, ποτέ δεν απελπίστηκα, δεν απογοητεύτηκα. Ήταν η πίστη μου στον Θεό που με κράτησε. Στενοχωριόμουν, όμως, που συνέχιζα να στηρίζομαι στον πατέρα μου. Ήταν τέλη Μαΐου, όταν μια φίλη μου με προέτρεψε να έρθω να εργαστώ στη «σχεδία». Γνώριζα για την ύπαρξη του περιοδικού, δεν είχα δώσει, όμως, πολλή σημασία. Μετά την κουβέντα που έκανα με τη φίλη μου, κάτι μου έλεγε μέσα μου ότι είχε έρθει η ώρα να το δοκιμάσω. Από τότε που ήρθα στη «σχεδία», νιώθω σαν να ξαναγεννήθηκα. Ανέβηκα πάρα πολύ ψυχολογικά. Έφυγε η θλίψη που είχα μέσα μου. Έγινα πιο δυνατός, άρχισα να πιστεύω περισσότερο στον εαυτό μου. Η αγάπη του κόσμου, πραγματικά, με αναζωογονεί. Θυμάμαι, την πρώτη μέρα που βγήκα στο δρόμο με το κόκκινο γιλέκο, μια κυρία μου λέει: «Μη με παρεξηγήσετε», και μου πρόσφερε ένα σάντουιτς. Πλέον, μπορώ να καλύψω τα βασικά μου έξοδα, το φαγητό, το ντύσιμό μου, να βγω για έναν καφέ με την κοπέλα μου, να συνδράμω τον πατέρα μου στα ψώνια του σπιτιού. Συνεχίζω, βέβαια, να ψάχνω για εργασία. Θα ήθελα να απασχοληθώ στο χώρο των πωλήσεων, και, όταν το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες, να παντρευτώ την κοπέλα μου.  
 
— «Η αγάπη του κόσμου με αναζωογονεί. Θυμάμαι, την πρώτη μέρα, μια κυρία μου λέει: “Μη με παρεξηγήσετε”, και μου πρόσφερε ένα σάντουιτς».
 
 
Γεννήθηκα το 1978 στην Πάτρα. Ο πατέρας μου, που εργαζόταν ως πλεκτομηχανικός στην Αθήνα, έκανε συνέχεια ταξίδια στην επαρχία. Σε ένα από αυτά, γνώρισε τη μητέρα μου, που δούλευε ως πουκαμισού σε μια βιοτεχνία της αχαϊκής πρωτεύουσας, την ερωτεύτηκε, παντρεύτηκαν και έμειναν στην πόλη. Από μικρός έπαιζα μπάσκετ με τις ώρες στη γειτονιά. Στα οκτώ μου χρόνια, μάλιστα, γράφτηκα και στην ομάδα  μπάσκετ του Απόλλωνα Πάτρας. Σε ηλικία, όμως, 11 ετών, αναγκαστικά, σταμάτησα. Μετακομίσαμε στη Νέα Σμύρνη, από όπου καταγόταν ο πατέρας μου. Στην Πάτρα, έκλεινε το ένα εργοστάσιο μετά το άλλο και ο πατέρας μου θεώρησε ασφαλέστερο να συνεχίσει τη δουλειά του ως πλεκτομηχανικός στην Αθήνα. Τότε, σχεδόν κάθε Κυριακή με έπαιρναν οι φίλοι του πατέρα μου να πάμε στο γήπεδο να δούμε τον Πανιώνιο, τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και στο μπάσκετ. Στο σχολείο, δεν ήμουν καλός μαθητής. Κάποιες φορές είχα μείνει και μετεξεταστέος. Όταν, μάλιστα, έφθασα στην Α’ Λυκείου, στον δεύτερο μόλις μήνα των μαθημάτων, το εγκατέλειψα. Με είχε πιάσει μια φοβία ότι δεν θα τα καταφέρω. Ακόμη δεν έχω καταλήξει πού ακριβώς οφειλόταν. Οι γονείς μου προσπάθησαν να με μεταπείσουν ή τουλάχιστον να πάω να μάθω κάποια τέχνη, όμως δεν το τολμούσα. Μόλις απολύθηκα από φαντάρος, ξεκίνησα να κάνω διάφορες περιστασιακές δουλειές, ως φύλακας σε εταιρείες ή να μοιράζω φυλλάδια. Έψαχνα για μια πιο σταθερή δουλειά, αλλά χωρίς απολυτήριο λυκείου δεν είχα τύχη. Επιπλέον, οι βιολογικές μου αντοχές δεν μου επέτρεπαν να εργαστώ σε βαριές χειρωνακτικές δουλειές. Δεν μπορούσα να σηκώνω βάρη. Μοιραία, πήρα την απόφαση στα 23 μου να συνεχίσω το σχολείο σε νυχτερινό λύκειο. Τα κατάφερα να το ολοκληρώσω. Μου είχε κάνει εντύπωση που ήμουν από τους μικρότερους στην τάξη. Υπήρχαν άνθρωποι πάνω από σαράντα και πενήντα χρόνων, με οικογένεια, που ξανακάθονταν στα θρανία. Κατάλαβα, τότε, ότι ποτέ δεν είναι αργά. Έψαχνα μετά την αποφοίτησή μου για μια δουλειά γραφείου, αλλά δεν μπορούσα να βρω. Ήταν δύσκολο μονάχα με ένα απολυτήριο λυκείου. Τελικά, με την αδερφή μου καταφέραμε και ανοίξαμε ένα μαγαζί με καλλυντικά στο Μοσχάτο. Το κρατήσαμε για τρία χρόνια. Ίσα ίσα που έβγαζε τα έξοδά του. Έξι μήνες πριν κλείσουμε το μαγαζί, είχαμε χάσει και τη μητέρα μας από καρκίνο στη γνάθο. Προσπαθούσα να το διαχειριστώ ψύχραιμα, αλλά πονούσα πάρα πολύ. Ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου. Μετά  το κλείσιμο του μαγαζιού, με στήριζε οικονομικά ο πατέρας μου. Μέχρι σήμερα μένω μαζί του. Ήμουν άνεργος για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όταν, πάλι, έβρισκα κάποια δουλειά, αυτή ήταν πρόσκαιρη, είτε να μοιράζω φυλλάδια είτε ως συμβασιούχος οδοκαθαριστής στο δήμο Νέας Σμύρνης. Για ένα διάστημα, είχα εργαστεί και σε ένα ρολογάδικο στο Μοσχάτο. Έκανα τις εξωτερικές δουλειές, έπαιρνα ανταλλακτικά όποτε χρειαζόταν. Συνέχιζα πάντα να ψάχνω για κάποια άλλη δουλειά. Μάταια, όμως. Θυμάμαι που έκανα αιτήσεις να πάω να εργαστώ σε σουπερμάρκετ και μου έλεγαν: «Ξέρεις πόσες αιτήσεις έχουμε λάβει; Συμπλήρωσέ την και εσύ για να υπάρχει». Δεν με ειδοποιούσε, όμως, ποτέ κανένας. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο η μόνη μου απασχόληση ήταν να βγάζω βόλτα το σκυλάκι μιας κυρίας από τη γειτονιά. Έβγαζα ένα μικρό χαρτζιλίκι με αυτόν τον τρόπο. Κάλυπτα κάποιες στοιχειώδεις ανάγκες. Παρά τις δυσκολίες, ποτέ δεν απελπίστηκα, δεν απογοητεύτηκα. Ήταν η πίστη μου στον Θεό που με κράτησε. Στενοχωριόμουν, όμως, που συνέχιζα να στηρίζομαι στον πατέρα μου. Ήταν τέλη Μαΐου, όταν μια φίλη μου με προέτρεψε να έρθω να εργαστώ στη «σχεδία». Γνώριζα για την ύπαρξη του περιοδικού, δεν είχα δώσει, όμως, πολλή σημασία. Μετά την κουβέντα που έκανα με τη φίλη μου, κάτι μου έλεγε μέσα μου ότι είχε έρθει η ώρα να το δοκιμάσω. Από τότε που ήρθα στη «σχεδία», νιώθω σαν να ξαναγεννήθηκα. Ανέβηκα πάρα πολύ ψυχολογικά. Έφυγε η θλίψη που είχα μέσα μου. Έγινα πιο δυνατός, άρχισα να πιστεύω περισσότερο στον εαυτό μου. Η αγάπη του κόσμου, πραγματικά, με αναζωογονεί. Θυμάμαι, την πρώτη μέρα που βγήκα στο δρόμο με το κόκκινο γιλέκο, μια κυρία μου λέει: «Μη με παρεξηγήσετε», και μου πρόσφερε ένα σάντουιτς. Πλέον, μπορώ να καλύψω τα βασικά μου έξοδα, το φαγητό, το ντύσιμό μου, να βγω για έναν καφέ με την κοπέλα μου, να συνδράμω τον πατέρα μου στα ψώνια του σπιτιού. Συνεχίζω, βέβαια, να ψάχνω για εργασία. Θα ήθελα να απασχοληθώ στο χώρο των πωλήσεων, και, όταν το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες, να παντρευτώ την κοπέλα μου.